ΤΡΥΠΗΤΗ(ΎΠΑΝΑ, ΙΣΟΒΑ 'Η ΜΠΙΤΖΙΜΠΑΡΔΙ ): " Ίσταται κατά τον βορράν, στηριζόμενο επί φυσικού μπαλκονίου, εξόχως μεγαλοπρεπής και η περικλείουσα αιώνια βλάστηση αποτελεί τον μανδύα του. Αυτός λάμπει και απαστράπει εις όλα τα παιχνίδια των χρωμάτων εις καθημερινό θέαμα και ακτινοβολεί ως φαιοπράσινη φλόγα υπό τας πρωϊνάς αχτίδας του ηλίου".

''Πρός άρκτον δ' 'ομορα ήν τω Πύλω δύο πολίδια Τριφυλιακά 'Υπανα και Τυπανέαι και ποταμοί δε δύο εγγύς ρέουσι, ο τε Δαλίων (Διάγων) και ο Αχέρων εκβάλοντες εις τον Αλφειόν"
(Στράβων Η΄3,15)

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Ὁ Ῥωμηός (Γεώργιος Σουρής)


 

Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος,

 

τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ,

 

καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος,

 

κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ.

 

Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω,

 

τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ

 

ἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο

 

τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.

 

Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανὸς ! τί φύσις !

 

ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές,

 

κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις,

 

καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.

 

Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω,

 

καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ,

 

καὶ μέσα στὸ θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλω

 

τὸν ἴδιον ἑαυτό μου καὶ γίνομαι σκυλί.

 

Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Διάκο καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο,

 

κατενθουσιασμένος τὰ γένια μου μαδῶ,

 

τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω,

 

κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.

 

Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πέντε φασκελώνω,

 

ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ…

 

Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω,

 

κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.

 

Στὸν καφετζῆ ξεσπάω… φωτιὰ κι ἐκεῖνος παίρνει.

 

Ἀμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τὸν μπουφέ,

 

τὸν βρίζω καὶ μὲ βρίζει, τὸν δέρνω καὶ μὲ δέρνει,

 

καὶ τέλος… δὲν πληρώνω δεκάρα τὸν καφέ.