ΤΡΥΠΗΤΗ(ΜΠΙΤΖΙΜΠΑΡΔΙ 'Η ΙΣΟΒΑ): " Ίσταται κατά τον βορράν, στηριζόμενο επί φυσικού μπαλκονίου, εξόχως μεγαλοπρεπής και η περικλείουσα αιώνια βλάστηση αποτελεί τον μανδύα του. Αυτός λάμπει και απαστράπει εις όλα τα παιχνίδια των χρωμάτων εις καθημερινό θέαμα και ακτινοβολεί ως φαιοπράσινη φλόγα υπό τας πρωϊνάς αχτίδας του ηλίου".

''Πρός άρκτον δ' 'ομορα ήν τω Πύλω δύο πολίδια Τριφυλιακά 'Υπανα και Τυπανέαι και ποταμοί δε δύο εγγύς ρέουσι, ο τε Δαλίων (Διάγων) και ο Αχέρων εκβάλοντες εις τον Αλφειόν"
(Στράβων Η΄3,15)

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Οι θεότητες του Κοτύλλου (Β' Μέρος)!


Ο Κατρή-μπέης δίπλα μου άρχισε να γελά. Οι δύο σιλουέτες ακίνητες, βλέπανε το μπρίκι που έφευγε μακριά. Ο ήλιος δύοντας έριχνε τις τελευταίες ακτίνες στα φουστάνια τώρα. Της μητέρας και φαινόταν καφετί, της μικρής χρυσό. Αλλά σιγά-σιγά τα φανταστικά χρώματα μαραίνονταν. Σε μία στιγμή του κοριτσιού ξανάγινε κόκκινο, ένα κόκκινο όμως τραγικό σαν αίμα...
- Θάλεια! Ξανά φώναξα.
Τώρα πια σκοτείνιαζε. Το νησί ήταν μαύρο. Η νταντέλα των βράχων γίνονταν ανεπαίσθητη, μία γραμμή πιο έντονη που χώριζε  τη θάλασσα από τον ουρανό.
Είχα αρχίσει να κλαίω...


Η ΔΙΗΓΗΣΗ
- Τσελεμπή, τσελεμπή!...
Ήταν η δεύτερη φορά που ο συνοδός μου με την κλαψιάρικα φωνή του, με είχε φωνάξει. Σήκωσα τα μάτια. Είχαμε φτάσει. Απορροφημένος από τις σκέψεις μου, δεν το είχα αντιληφθεί. Περίεργη, αλήθεια, ήταν η τύχη μου εγώ ο Γιώργος Σταύρος, ο γιος του Σταύρου Τσαπαλάμου, του Γραμματικού του Αλή Πασά, ανέβαινα τώρα αυτό το βουνό,- γιατί; για τις 16500 γρόσια του Βελλή Πασά, που του ρίχναν σαν ελεημοσύνη αυτοί οι τυχοδιώκτες. Α, όχι βέβαια! Θα έβλεπαν...
Κατέβηκα από το άλογο. Μοναχός πήρα ένα μονοπάτι. Σιγά-σιγά το περιτοίχισμα άρχισε να προβάλλει μπροστά μου. Ο ήλιος του Αυγούστου του δήμου μία απαστράπτουσα λευκότη. Η είσοδος, τετράγωνη υπερυψηλή, ανοίγονταν στη δεξιά άκρη. Μπήκα αδίστακτα. Σωροί από χώμα, σπόνδυλοι από κολώνες, συντρίμματα αγαλμάτων, ήσαν ριγμένα με αταξία σε όλα τα μέρη. Μερικοί Φιγαλιώτες δουλεύανε σε ένα λάκκο. Προχώρησα υπερπηδώντας τα εμπόδια. Είχα έρθει και το 1811, σχεδόν ένα χρόνο πριν. Τι διαφορά από τότε.
Τώρα η ακαταστασία έληγε. Μπροστά στα μάτια μου, θαμπωμένα παρουσιάστηκε μία απέραντη ζωφόρος... Πήγα κοντά. Αυτά ήταν που θα μας έκλεβαν οι Φράγκοι... Τα είχαν δέσει με χοντρά σκοινιά, αίτημα... Πλησίασα ακόμη περισσότερο. Ο πόλεμος των κενταύρων στο γάμο του Πυρίθοου, η μάχη του Θησέα κατά των Αμαζόνων... Όπως και της Αθήνας, του Σουνίου... Δύο κένταυροι που σηκώνουν ένα βράχο για να σκοτώσουν έναν ήρωα σκεπασμένο με την ασπίδα του: Είναι βουτηγμένος στη λάσπη ως τη μέση, και οι ανταγωνιστές του ως τα γόνατα... Οι δύο θεοί μέσα στο άρμα των ελαφιών... Άραγε ο Παυσανίας είχε πει την αλήθεια, άραγε αυτή η ζωφόρος είχε βγει από το εργαστήρι του Φειδία; Με αγωνία έβαζα το ερώτημα στον εαυτό μου. Οι πολύπτυχες, αλλόκοτες ενδυμασίες των θεοτήτων δεν είχαν τίποτα από την απέριττη φειδιάκη τέχνη: Με απογοήτευαν. Και αυτό το σχιστό, σχεδόν γκριζωπό μάρμαρο που θύμιζε το Θησείο...
Γύρισα το πρόσωπό μου αυτό άλογα: Ήταν μία κακή εντύπωση, μία κακή εντύπωση πολύ φυσική ύστερα από τις σκέψεις που είχα στο δρόμο. Προχώρησε λίγα βήματα, επεξεργαζόμουν κάτι άλλα μέρη της ζωφόρου, πιο πέρα. Ήταν ολωσδιόλου άθικτα αυτά, ακέραια...
Άξαφνα άκουσα μία φωνή κάπου κοντά, μία γυναικεία φωνή που με τάραξε. Πόσα χρόνια ήταν που δεν την είχα ακούσει! Και εδώ...  Πάνω στο Κότυλο,στη Φιγάλεια... Πως είχε έρθει από το μυρωμένο νησί που η ανάμνηση του έμενε πάντα βαθιά χαραγμένη μέσα μου; Άφησα τη ζωφόρο και κοίταζα καλά-καλά γύρω μου. Τα ευρήματα ήταν ακουμπισμένα πάνω σε λοφίσκους από Χώματα. Τότε...Ώρμησα σε μία δίοδο σκεπασμένη με κισσό. Μία φωνή, άλλοι, απαντούσε τώρα στη φωνή εκείνη, μία φωνή τευτονική. Στην στροφή του δρόμου αντίκρισα τη ράχη του συντρόφου, έπειτα εκείνην...
- Θάλεια!
Σήκωσε το βλέμμα, εκείνο το βλέμμα που έλαμπε απαλά στις μαύρες και Στων ματιών της, που δεν είχε αφήσει ποτέ κανέναν άντρα ψυχρό. Σε ένα δευτερόλεπτο με είχε αναγνωρίσει.
- Γιώργο!
-Θάλεια... Ξαναείπα.
Ήμουν ολωσδιόλου κοντά της. Αυτό ήταν λοιπόν το κοριτσάκι που είχα γνωρίσει, η γυναίκα με την αέρινη γάζα που σκέπαζε τους γυμνούς της ώμους, με τη μουσλινένια ρόμπα, όλο ρουζ βούλλες;...
- πόσα χρόνια, πόσα χρόνια! Μουρμούρισε έκπληκτη, συγκινημένη.
-Το 99 έφυγα. Δέκα-τρία...
-Όχι, δέκα-τέσσερα, το 98 ήτανε...
Ο Γερμανός άρχισε να γελά με ένα γέλιο σαρκαστικό, αποκρουστικό.
- Λοιπόν;
Απότομα έστρεψα το βλέμμα μου. Ρετουσάριζε κάτι σκίτσα της ζωφόρου με νωχέλεια.
- Ο κύριος Βάγκνερ, ζωγράφος της αυτού υψηλότητας, του πρίγκηπος της βαυαρίας.
- Ενθουσιασμένος, είπε υποκλινόμενος.
- Ο κύριος Γεώργιος Σταύρος.
Εμείναμε λίγη ώρα ακίνητοι και οι τρεις. Έπειτα ο κύριος Βάγκνερ ξανακάθησε στο σκαμνί του χωρίς να ενοχληθεί καθόλου, με μια ειρωνική έκφραση στο πρόσωπο. Η Θάλεια ήταν ταραγμένη. Η στάση του ζωγράφου την στεναχωρούσε. Τέλος είπε διστακτικά:
- Ώστε, εσείς είστε ο Γραμματικός του Βελλή Πασά;
- Ναι και ήρθα...
- Θέλετε να δείτε τη ζωοφόρο;
Αισθανόμουν πώς ήταν η μόνη προσφυγή στη στεναχώρια της.
- Πως...
Διασχίσαμε το διάδρομο Ε τον κισσό. Είμαστε πάλι στην μακριά θεωρία των λησμονημένων θεοτήτων. Η Θάλεια με το ομπρελίνο της μου έδειχνε τις ανάγλυφες παραστάσεις. Μόνο που το ομπρελίνο αυτό έτρεμε στο χέρι της.
- Τι τύχη ε; Δεν ξαναστάθηκε ποτέ, τόσες αρχαιολογικές επιτυχίες σε τόσο λίγο καιρό. Πέρσυ τα αιγινήτικα, φέτο αυτά εδώ...Ο ο βαρώνος Χάλερ έλεγε στο σύζυγό μου...
- Στο σύζυγό σου;
Την κοίταζα με μία οδυνηρή έκπληξη.
- Ναι, ο Γκρόπιους, ο πρόξενος στο Τρικέρι...
Γύρισε προς τη ζωοφόρο.
- Ώστε παντρεύτηκες
- Ναι, είπε με μία να δυνατή, αξιολύπητη φωνίτσα.
Νόμιζα πως θα έκλαιγε. Μα γιατί; γιατί;
- Τι φασαρία, επρόσθεσε πιο φυσικά, τι φασαρία! Εμείς έχουμε αναλάβει τις διαπραγματεύσεις. Ο Φωβέλ από την Αθήνα, ο Φυρτβάγκλερ, ο Ύρλιχς...
- Τις διαπραγματεύσεις! Είπα.
Γύρισε και με κοίταξε. Τι δυστυχία, τι απελπισία γέμισε τα μάτια της!
- πόσο ευτυχισμένοι είμαστε τότε... Ψιθύρισα. Γιατί τώρα...
Άξαφνα δύο δάκρυα άρχισε να λάμπουν στα μάτια της. Έκλαιγε. Το στήθος της κλονιζόταν από λυγμούς.
- Τι έχεις, τι έχεις;
Με κοίταξε με αγωνία. Πέρασα το χέρι μου γύρω από τη μέση της. Η αδυναμία της ήταν μεγάλη. Αισθανόμουνα πως θα έπεφτε, αν δεν τη συγκρατούσα.
Την έβαλα και κάθισε σε ένα μάρμαρο. Κάθισα χάμω κοντά της. Τα μάτια μου είχαν υγρανθεί.
- Πες μου, είπε, πες μου τι έκανες από εκείνον τον καιρό...
- Τι έκανα...
- Τι έκανες...
Σήκωσα τους ώμους μου αδιαφορία.
- τι άλλο μπορούσε να γίνει ο γιος σου του Σταύρου Τσαπαλάμου παρά Γραμματικός του βελή Πασά;
- και σε έστειλε να πάρεις το μερίδιό του από τον μάρμαρα; Τι τύχη αυτή του Πασά! Να χάσει τη θέση του έτσι άξαφνα. Και τώρα θα φύγετε, θα πάτε στα Γιάννενα...
Τέλος Β΄Μέρους

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2018

Γιατί καθιερώθηκε η 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα γέννησης του Χριστού;

  Î‘ποτέλεσμα εικόνας για Πότε άρχισαν να γιορτάζονται τα χριστούγεννα

  Η αλήθεια είναι πως σε κανένα κείμενο δεν αναφέρεται η ακριβής ημερομηνία γέννησης του Χριστού. Στα πρώτα χρόνια, άλλωστε η γέννηση του Ιησού περνούσε απαρατήρητη και δεν αποτελούσε ιδιαίτερη γιορτή. Να προσθέσω δε, πως μέχρι να πάρουν τα ηνία οι ιεράρχες της νέας θρησκείας, οι γιορτές που κατά κόρον γιορτάζονταν από τους ανθρώπους ήταν αυτές που είχαν άμεση σχέση με την φύση και ότι αφορούσε τον δεσμό της με τον άνθρωπο. Την γέννηση την γιόρταζαν στις 6 Ιανουαρίου, που αποτελούσε την ημερομηνία της βάφτισης.
Το 354μχ - 4ος αιώνας= ο αιώνας με τα μεγάλα "μαγειρέματα" - ο πάπας της Ρώμης Ιούλιος Α΄ όρισε την 25η του Δεκέμβρη ως την ημερομηνία γέννησης του Χριστού. Η συγκεκριμένη ημερομηνία ταυτίζεται με την ημέρα γέννησης του Πέρση θεού Μίθρα, λατρεία του οποίου -  μαζί και άλλων από διάφορα κατακτημένα μέρη -  μετέφεραν οι Ρωμαίοι στην Ρώμη. Ο Μίθρας στην ανατολή λατρεύονταν ως ο θεός του ήλιου και του φωτός (λέγε με και Απόλλων), που αντιμάχεται με το σκοτάδι. Ο συγκεκριμένος παραλληλισμός ήταν ιδανικός για την νέα θρησκεία που προσπαθούσε να ριζώσει στις καρδιές και στην συνείδηση των ανθρώπων και το εν λόγω στόχο θα τον επιτύγχανε με δανεικά στοιχεία άλλων παλαιότερων θρησκειών παίρνοντας ιδέες τις οποίες μεταποιούσε και προσάρμοζε στα δικά της μέτρα.
Η λατρεία της γέννησης του Μίθρα στις 25 του Δεκέμβρη ήταν σημαντική αφού είχε συνδυαστεί με την χειμερινή τροπή του ηλιοστασίου, της ημέρας δηλαδή που κερδίζει έδαφος έναντι της νύχτας. Αποτελούσε μια από τις πιο διαδεδομένες γιορτές των Ρωμαίων, πράγμα που έκανε πιο εύκολο το έργο των ιεραρχών να προσκολλήσουν την συγκεκριμένη γιορτή στην νέα θρησκεία. Έτσι, λοιπόν ορίστηκε η 25η του Δεκέμβρη ως η ημέρα γέννησης του χριστού που τον παραλλήλισαν με τον ήλιο που έδιωξε το έρεβος της ειδωλολατρίας και γέμισε τις ψυχές των ανθρώπων με φως.
Η νέα τάση της "μοδάτης" Ρώμης πέρασε και στην ανατολή και το 376 ο Μέγας Βασίλειος - Άη Βασίλης για τις παιδικές αφελείς και αθώες ψυχές -  εκφώνησε τον πρώτο λόγο υπέρ του εορτασμού της γέννησης του Ιησού την 25η ημέρα του Δεκέμβρη, στην Καισαρεία της Καππαδοκίας. Αργότερα, το 386, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος - μετέπειτα Άγιος -  παρότρυνε, αν όχι επέβαλλε, την εκκλησία της Αντιοχείας - ισχυρή και αντιδραστική γαρ - να συμφωνήσει ως ημέρα γέννησης του Ιησού την 25η Δεκέμβρη.
Αργότερα, το 529, ο Ιουστινιανός - έβαλε το κερασάκι στην τούρτα - έθεσε την 25η Δεκέμβρη ως δημόσια αργία ( αρχίσαμε) και παύση οιασδήποτε δραστηριότητας. Ως περίπου τα μέσα του 12ου αιώνα το χριστιανικό κύμα είχε συμπαρασύρει στο πέρασμά του καθετί παγανιστικό, απ΄άκρη σ΄άκρη της ευρωπαϊκής ηπείρου με αποτέλεσμα να γίνει οικουμενική ημέρα.

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Οι θεότητες του Κοτύλλου (Εισαγωγικό σημείωμα και Α΄Μέρος διηγήματος)!

Το παρακάτω διήγημα του Αλέξανδρου Βεϊνόγλου πήρε το Α΄Βραβείο στον διαγωνισμό της "Νέας Εστίας" και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 13 της 1ης Ιουλίου 1928. Ένα εξαιρετικό διήγημα που με άγγιξε προσωπικά - κατ΄αρχήν - και μετά τοποιστορικά, και αυτός ήταν ο βασικότερος λόγος που το αναδημοσιεύω. Αφορά την εποχή της αρπαγής των αρχαιοτήτων του Επικούρειου Απόλλωνα στην Φιγαλία και την προσπάθεια αποτροπής της σύλησης από τον , μετέπειτα ιδρυτή και διοικητή της Εθνικής Χρηματιστηριακής Τράπεζας, του πρώτου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος στην Ελλάδα. Στην συγκεκριμμένη περίοδο ο Σταύρου είναι οικονομικός σύμβουλος του Αλή Πασά της Ηπείρου, με αποτέλεσμα να είναι ένας άνθρωπος με κύρος και πυγμή.

Ο Επικούρειος Απόλλωνας πριν την αναστήλωση του 1902

Για την κατανόηση του ακόλουθου διηγήματος, νομίζω απαραίτητο να σημειώσω ότι τον Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του 1812, ο Βαρώνος Χάλερ, ο Φόστερ, ο Λίκκχ, οι οποίοι με τον Κόκρελ είχαν ενεργήσει τον προηγούμενο χρόνο της εξαιρετικά επιτυχείς ανασκαφές της Αίγινας, μαζί με τον Λετονό Στάκελμπεργκ και τον Δανό Μπρέστεντ, τον τουρίστα Λέη και τον Άγγλο πρόξενο στο Τρικέρι Γκρόπιους, επιχείρησαν ανασκαφές στο ναό του Επικούριου Απόλλωνα, και ανακάλυψαν μία ζωφόρο 30 μέτρων, όμοια σχεδόν με εκείνη του ναού της Ολυμπίας που περιγράφηκε ο Παυσανίας.
Ο Άγγλος πρόξενος είχε συμφωνήσει με το βελλή, τον πασά του Μοριά, γιο του Αλή Πασά, πώς θα μοιραζόταν τα ευρήματα. Συνέπεσε όμως να καθαιρεθεί ο Βελής την ώρα που ετοίμαζαν να στείλουν τη ζωφόρο στη Ζάκυνθο, και έτσι ο πρώην πασάς, πιεζόμενος από την ανάγκη, δέχτηκε να του δώσουν 16.500 γρόσια μόνο, ενώ ο μετέπειτα Γεώργιος ‘Δ της Αγγλίας αγόρασε τα μάρμαρα εκείνα 375.000 φράγκα για το βρετανικό μουσείο.
Τις 16.500 γρόσια ο Βελλή πασάς έστειλε τον γραμματέα του Γεωργίου Σταύρου, τον κατόπιν ιδρυτή της Εθνικής Τράπεζας, να εισπράξει. Αυτός όμως, πατριώτης, μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, βλέποντας με σπαραγμό ψυχής να φυγαδεύονται τα εθνικά κειμήλια από την Ελλάδα, δοκίμασε να τα σώσει...
Το Σεπτέμβριο του 1798, εξαιτίας των λυπηρών γεγονότων που είχαν επακολουθήσει έπειτα από την άλωση της Πρέβεζας, περιμένεις από τριακόσιους Γάλλους, ο Αλή πασάς έστειλε μήνυμα στον πατέρα μου που είχε πάει στη Χίο για κληρονομικές υποθέσεις, να γυρίσει αμέσως στα Γιάννενα. Το μπρίκι που έφερνε την είδηση, λικνίζονται στα χιώτικα νερά και από τον κάμπο, μακριά, πριν ακόμα λάβουμε το μήνυμα, αισθανθήκαμε μιαν αόριστη ανησυχία, όταν το αντικρίσαμε. Σκοτίνα, μέσα στην ψυχή μου, και πολύ περισσότερο φαντάζομαι τον πατέρα μου, υπήρχε η βεβαιότης πώς το "Ασλάν" που είχαμε δει τόσες φορές να διασχίζει την ιωνική θάλασσα, είχε έρθει για μας. Άλλωστε, μόλις έλαβε γνώση ο πατέρας μου του γράμματος του Πασά, δεν δίστασε ένα λεπτό.
Φώναξε τη θεία μου τη Φρόσω:
- Φεύγουμε, της είπε. Γιώργο, πρόσθεσε γυρίζοντας εμένα, ετοιμάσου!
Θλιβερές, αξέχαστες στιγμές του αποχωρισμού! Με πόσο τρόμο η καρδιά μου των 12χρονων αναλογίζονταν το σκοτεινό Σεράγι με τα ψηλά ντουβάρια, έπειτα από το όνειρο που είχα περάσει για λίγες μέρες ανάμεσα στις φιστικιές και τις πορτοκαλιές...
Στις 6 το απόγευμα είμαστε στην παραλία. Τα δάκρυά μου με έπνιγαν. Αισθανόμουν συγκεχυμένα πώς με αγκάλιαζαν, πώς με φιλούσαν, πώς εμπιστευόταν στην Παναγία το ορφανό δίχως μάνα, πού πήγαινε να ζήσει κοντά στον Τεπενλή...
- Κυρ Σταύρο Τσαπαλάμο, κυρ Σταύρο Τσαπαλάμο, κάποιος έλεγε στον πατέρα μου, μόνο σε μένα έχει εμπιστοσύνη ο πασάς, μόνο εσύ αν του πεις...
Απότομα με σήκωσαν, με έβαλαν στη βάρκα. Έπειτα, σχεδόν αμέσως, ένας σκοτεινός Κολοσσός. Ανεβήκαμε μία σκάλα. Είμαστε στο κατάστρωμα. Ο κυβερνήτης, τυλιγμένο στο Λευκό μεταξωτό του μανδύα με τις χρυσές φράντζες, ήρθε προς εμάς. Ο πατέρας μου άρχισε να του μιλά, να του μιλά... Ήρθε στιγμή που νόμισα πως δεν θα τελείωναν ποτέ την ομιλία τους.
Άξαφνα ο πατέρας μου έβαλε το χέρι του στο κεφάλι μου.
- Πήγαινε με τον Καντρή-μπέη, μου είπε με ύφος κουρασμένο. Θα σου δείξει, θα σου δείξει πολλά... Και να μην κλαις.

Ο κυβερνήτης με έπιασε από το χέρι. Σιγά-σιγά κάναμε τον γύρο του καταστρώματος. Μου εξηγούσε πολλά πράγματα, μισά ελληνικά, μισά τουρκικά. Τον άκουγα με ύφος μακρινό, αλλά δεν έκλαιγα πια. Τώρα είμαστε στην πρύμνη. Η θάλασσα από βάθυπράσινη γίνονταν λίγο-λίγο μαύρη. Το μπρίκι με Όλα του τα πανιά άφηνε πίσω το νησί της Βαλιντέ σουλτάνας. Το μάτι μου πλανήθηκε στους βράχους που υψώνονταν ο ένας πάνω στον άλλον. Και άξαφνα άφηκα μία φωνή αγωνίας. Στην κορυφή μιανού λοφίσκου εφαίνονταν δύο γυναικείες σιλουέτες. Η μια, η μεγάλη, φορούσε μωβ, η μικρή κόκκινα. Ο αγέρας που φυσούσε από τη θάλασσα, φούσκωνε τα φουστάνια τους, τα έκανε θεόρατα σαν μπαλόνια. Νόμιζα πώς τα πετούσαν και έπειτα θα πέφταν να πνιγούν..- Θάλεια, φώναξα...
ΤΕΛΟς Α΄ ΜΕΡΟΥς 

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

26 Νοεμβρίου 1963: εξαγγελία της δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες!

Σχετική εικόνα


Η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου το 1963, και ιδίως μετά τις εκλογές του 1964, με πρωθυπουργό και υπουργό παιδείας τον Γεώργιο Παπανδρέου, υφυπουργό τον Λουκή Ακρίτα και γενικό Γραμματέα τον Ε. Π. Παπανούτσο, προχώρησε στην υλοποίηση των προεκλογικών της εξαγγελιών για τα εκπαιδευτικά, εξασφαλίζοντας την ψήφιση του νομοσχεδίου που έμεινε στην ιστορία ως νόμος της Μεταρρύθμισης Παπανδρέου – Παπανούτσου.
Ποιο όμως ήταν το φάσμα των παρεμβάσεων;
1)      Κατάργηση των οποιονδήποτε οικονομικών επιβαρύνσεων για σπουδές και στις τρεις βαθμίδες ( υλοποίηση των εξαγγελιών για «δωρεάν παιδεία»)
2)      Επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης από έξι σε εννέα χρόνια
3)      Διαίρεση της Μέσης εκπαίδευσης σε δύο ανεξάρτητους κύκλους
4)      Καθιέρωση (παρά την  συνταγματική δέσμευση) της δημοτική γλώσσας στο δημοτικό σχολείο και ως ισότιμης στις άλλες βαθμίδες
5)      Ριζική αναμόρφωση του τρόπου επιλογής των υποψηφίων για τα πανεπιστήμια (με την καθιέρωση του «ακαδημαϊκού απολυτηρίου»)
Τη δημιουργία της εντύπωσης ότι οι προθέσεις της κυβέρνησης για αναβάθμιση του συστήματος της παιδείας ήταν ειλικρινείς ενίσχυσαν τόσο η ιδιαίτερα σημαντική αύξηση των δαπανών για την εκπαίδευση στον κρατικό προϋπολογισμό, όσο και η βελτίωση της οικονομικής θέσης των εκπαιδευτικών.
Με το νομοθετικό αυτό πλαίσιο , το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα προσαρμοζόταν στις παγκόσμιες μεταπολεμικές τάσεις με καθυστέρηση 20 χρόνων.
Στην Ελλάδα , μάλιστα καλλιεργήθηκε η αντίληψη ότι τότε υλοποιήθηκε – επιτέλους – η «αστική» μεταρρύθμιση, που είχε περιγραφεί για πρώτη φορά στα σχέδια της κυβέρνησης Τρικούπη το 1889. Όταν τελείωσε ο εμφύλιος το 1949, κανένας δεν φανταζόταν ότι δέκα χρόνια αργότερα το κίνημα θα ξαναφούντωνε και στα Πανεπιστήμια και στα σχολεία και στους χώρους δουλειάς και στα συνδικάτα. Στις αρχές της δεκαετίας του 60 δεν μιλάμε πια μόνο για φοιτητικές διαδηλώσεις αλλά για τη γενιά του 114 και του 15%.
Πολλές ήταν οι κοινωνικές μεταβολές στην Ελλάδα της δεκαετίας του `60. Οι εσωτερικοί μετανάστες εγκαθίστανται στα αστικά κέντρα επιδιώκοντας να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο.
Οι πληγές του εμφυλίου είχαν αρχίσει να επουλώνονται, χωρίς βεβαίως να έχει βελτιωθεί το επίπεδο της δημοκρατίας. Οι εκλογές της νοθείας του 1961, που έδωσαν την εξουσία στην ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ξεχείλισαν το ποτήρι και οδήγησαν στον "Ανένδοτο" αγώνα.
Σε αυτό το κλίμα εντάσσεται και το 1-1-4. Ήταν ένα κίνημα το οποίο στηρίχτηκε στον ενθουσιασμό των νέων και στόχευε στην προστασία της συνταγματικής νομιμότητας, όπως επέτασσε το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος, το άρθρο 114.
Το κίνημα απλώνεται από το Πανεπιστήμιο στα σχολεία. Το Γενάρη του 1963 οι μαθητές θα κηρύξουν αποχή από τα μαθήματα και οι φοιτητές τους συμπαραστέκονται.
 Στο πλαίσιο αυτού του αγώνα οι νέοι αγωνίζονταν και για το "15%". Το "15%" αναφέρεται στο ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού που απαιτούσαν να δοθεί στο σύνολο της Παιδείας. Η εκλογική αλλαγή του 1963 ήταν προϊόν αυτής της προσπάθειας.
Οι ευκαιρίες για τον ελληνικό καπιταλισμό εκείνη την περίοδο ήταν μεγάλες. Ψυχρός Πόλεμος και Βαλκάνια, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και Μέση Ανατολή, η Ελλάδα ήταν ο δυνατός κρίκος των ιμπεριαλιστών ΗΠΑ και Ευρώπης στην περιοχή. Αυτό μεταφραζόταν ότι το «Ανήκουμε στη Δύση» ήταν το διαβατήριο προς κάθε ευκαιρία. Η Ελλάδα είχε γίνει μέλος του ΝΑΤΟ από την αρχή, η Ελλάδα συνδέεται με την ΕΟΚ σχεδόν από το ξεκίνημά της, καθώς και διεκδικεί προνομιακή θέση στη νοτιοανατολική Μεσόγειο απέναντι στην Τουρκία.
Με τέτοιες φιλόδοξες βλέψεις, η κυρίαρχη τάξη είχε ανάγκη να ελέγξει το εσωτερικό μέτωπο. Οι απεργίες, το φοιτητικό κίνημα, η αριστερά που μεγάλωνε έπρεπε να χτυπηθούν με κάθε δυνατό μέσο. Αυτό οδηγούσε στη δημιουργία ενός κράτους που μπορούσε σε κάθε στιγμή να χρησιμοποιεί νόμους, διατάγματα και θεσμούς «έκτακτης» ανάγκης. Αυτή είναι η ρίζα του λεγόμενου «παρακράτους» της δεκαετίας του `50 και του `60. Αυτά τα μέτρα έδιναν τη δυνατότητα στα δικαστήρια να δικάζουν και να καταδικάζουν μέλη του ΚΚΕ με κατηγορίες «περί κατασκοπίας» και να στέλνουν αγωνιστές του κινήματος σε ξερονήσια. Το «παρακράτος», όταν δεν έμπαινε σε εφαρμογή, λειτουργούσε σαν «σκιάχτρο» για την αντιμετώπιση του «εσωτερικού εχθρού».
Η δυνατότητα να συνυπάρχουν ταυτόχρονα η κοινοβουλευτική δημοκρατία και τα έκτακτα μέτρα δεν ήταν αποτέλεσμα της υπανάπτυξης, αλλά τουναντίον εργαλεία της κυρίαρχης τάξης για την «ανάπτυξη», για να ελέγξει τις αντιδράσεις.
Η Ελλάδα δεν είναι ο μόνος καπιταλισμός που χρησιμοποίησε τέτοιες μεθόδους εκείνη την περίοδο. Το παράδειγμα της Γαλλίας το 1958 είναι χαρακτηριστικό. Η άνοδος του Ντε Γκολ στην εξουσία συνοδεύτηκε με αναστολή του Συντάγματος και δικτατορικές δυνατότητες του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας.
Οι ανωμαλίες που ακολούθησαν κατά την επόμενη διετία (1963- 1965) και κορυφώθηκαν με την Αποστασία του Ιουλίου 1965, αποτέλεσαν τη σκληρή αντίδραση του πολιτικού κατεστημένου, της Αυλής και της αμερικανικής επιρροής στον αγώνα της γενιάς του 1-1-4. Η κατάληξη είναι γνωστή: η 21η Απριλίου 1967 και η ξενόδουλη δικτατορία των αξιωματικών-πρακτόρων της CIA, του Παπαδόπουλου, του Παττακού, του Ζωιτάκη κτλ.

ΠΗΓΗ:stokokkino.gr

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Τρίτη και 13, η αποφράδα ημέρα των Ελλήνων και των Ισπανών!

Γιατί η Τρίτη και 13 θεωρείται γρουσούζικη


Δεισιδαιμονία που απαντάται στους Έλληνες και τους Ισπανόφωνους λαούς. Γενικώς, η Τρίτη θεωρείται αποφράς ημέρα, δηλαδή γρουσούζικη και επικίνδυνη για τους λαούς αυτούς. Όταν συμπίπτει Τρίτη και 13, οι προληπτικοί τη θεωρούν πολύ άτυχη και επικίνδυνη ημέρα. Για τους υπόλοιπους λαούς η γρουσούζικη ημέρα είναι η Παρασκευή και 13.
Οι Ισπανόφωνοι εκφράζουν την ημέρα με την παροιμία «En martes, ni te cases ni te embarques» («Την Τρίτη, μη παντρεύεσαι και μη ξεκινάς ταξίδι»). Κάτι ανάλογο ισχύει και στα καθ’ ημάς, όταν οι προληπτικοί μέσα στην Τρίτη αποφεύγουν να αρχίσουν οποιαδήποτε εργασία, να επιχειρήσουν ταξίδι ή να τελέσουν αρραβώνα. Αντίθετα, η Τρίτη είναι η κατάλληλη για εκδηλώσεις μαγείας.
Κατά την ελληνική παράδοση, η Τρίτη θεωρείται γρουσούζικη, καθώς την ημέρα αυτή η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων (Τρίτη 29 Μαΐου 1453). Όπως παρατηρεί ο “πατέρας” της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης (1852-1921), η ερμηνεία αυτή είναι υστερογενής, αφού και οι σύγχρονοι στην Άλωση απέδωσαν την εθνική εκείνη συμφορά στην ολέθρια επίδραση της ημέρας. Μαρτυρία για την πρόληψη αυτή υπάρχει ήδη από το 1164.
Η εξήγηση της δεισιδαιμονίας πρέπει να αναζητηθεί, κατά τον Νικόλαο Πολίτη, σε αστρολογικές προβλέψεις. Σύμφωνα με αυτές, την Τρίτη κυρίαρχος είναι ο πλανήτης Άρης, ενώ σε κάποια ώρα της ημέρας (η «κακιά ώρα») επικρατεί μαζί με τον πλανήτη Κρόνο. Γι’ αυτό η ώρα αυτή καθίσταται ιδιαίτερα επικίνδυνη. Επειδή, όμως, κανείς δεν μπορεί να την προσδιορίσει, ολόκληρη η Τρίτη αντιμετωπίζεται ως αποφράς ημέρα.
Το 13 είναι ο κατεξοχήν κακότυχος αριθμός, που σπάει την αρμονία του 12 (12 Θεοί του Ολύμπου, 12 άθλοι του Ηρακλή, 12 φυλές του Ισραήλ, 12 μαθητές του Χριστού, 12 Ιμάμηδες κλπ). Με την προσθήκη του αριθμού 1 σχηματίζεται η αρχή ενός νέου κύκλου. Το άγνωστο, που αντιπροσωπεύει ο αριθμός 13, προκαλεί ανησυχία στους ανθρώπους κι έτσι άρχισαν να το συνδέουν με ατυχή γεγονότα.
Πηγή: Σαν Σήμερα

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

Ο Κολοκοτρώνης αναφέρεται στην άλωση της Τριπολιτσάς!


Καθημερινῶς εἴχαμε πόλεμο ἀπὸ τὸ μεσημέρι ἕως εἰς τὸ βράδυ, καὶ τὸ βράδυ τοὺς ἐμβάζαμεν μέσα. Ἐσιμώσαμεν τόσο κοντά, ὁποὺ ἐφέραμεν κοσμίτες διὰ νὰ φτιάσουν λαγούμι εἰς τὴν μεγάλη τάπια τῆς Τριπολιτζᾶς. Ἄρχισαν οἱ ζωοτροφίες νὰ ὀλιγοστεύουν στὴν Τριπολιτζά, καὶ ἔδιωχναν τὲς ἑλληνικὲς φαμελιὲς ἀπὸ μέσα διὰ νὰ μὴν τρώγουν τὸν ζαερέ, καὶ ἔτζι εἴχαμεν κάθε ἡμέραν εἴδησιν, τί ἔκαμναν καὶ δὲν ἔκαμναν μέσα οἱ Τοῦρκοι. Τοὺς ἔφερναν εἰς τὸ ὀρδί μου καὶ τοὺς ἐξέταζα. Νερὸ τοὺς ἔλειψε, ἐρρίψαμε φλόμο εἰς τὰ τριγυρινὰ νερά.
Οἱ Ἕλληνες ἐπήγαιναν ἕως εἰς τὰ τείχη τῆς Τριπολιτζᾶς. Μιὰ ἡμέρα ἔμαθα ἀπὸ ἕναν Ἕλληνα, ὅτι ὁ Κιαμήλμπεης ἑτοιμάζεται μὲ μιὰ τρακοσαριὰ ἢ πεντακοσαριὰ διὰ νὰ ὑπάγει εἰς τὴν Κόρινθο καὶ ἔμελλε ν᾿ ἀπεράσει ἀπὸ τὸ Μύτικα. Ἐγὼ σὰν τὸ ἄκουσα αὐτὸ (μόλον ὅτι ἦτον ψέμα), ἐγνοιάσθηκα καὶ ἐπῆρα 10 καβαλλαραίους καὶ ἐπῆγα εἰς τὸν Μύτικα διὰ νὰ ἰδῶ τὸ στράτευμα, καὶ ἀντὶ 200 Τριπολιτζῶτες, ὁποὺ εἶχα διατάξει νὰ μένουν ἐκεῖ, δὲν εὕρηκα παρὰ 30. Τοὺς ὁμίλησα μὲ τὰ χαράματα καὶ ἦλθαν, τοὺς ἐμάλωσα διατὶ ἦτον τόσον ὀλίγοι, καὶ αὐτοὶ μοῦ εἶπαν: ὅτι δὲν ἦτον ἄλλοι φερμένοι καὶ ἦτον εἴκοσι ἡμέρες ὁποὺ ἐφύλαγαν ἐκεῖ. Ὁ Νταγρὲς μὲ 200 ἀνθρώπους ἦτον εἰς τὰ Τζιπιανὰ καὶ εἰς τὲς ράχες. Τότε ποὺ ἔρριξαν μερικὰ τουφέκια, ἐκατέβηκαν καὶ αὐτοὶ καὶ τοὺς ἐπῆρα καὶ ἐπῆγα εἰς τὸ χωρίον Λουκᾶ. Ἔπειτα ἐπῆρα τοὺς 200 τοῦ Νταγρὲ καὶ τοὺς ἔβαλα εἰς τὸ Μύτικα ἀντίκρυ εἰς τὴν Καπνίστρα καὶ ἔφκιασαν ταμπούρια. Κοιτάζω τὴν γῆν καὶ ἦτον εὔκολο νὰ σκαφθεῖ ἀπὸ τοῦ Μύτικα ἕως εἰς τὴν πέρα μεριὰ τῆς Καπνίστρας, ὅπου ἄφηκα τοὺς στρατιώτας τοῦ Νταγρέ. Ἦτον μακριὰ ἕνα μίλι, καὶ τὸ μισὸ ἦτον γράνες ἀμπελιῶν. Τοὺς λέγω: «Νὰ φτιάσομε μία γράνα ἐδῶ». Τότε ἔγραψα μία διαταγὴ εἰς τὰ Τριπολιτζώτικα χωριά: νὰ μαζωχθοῦν 70 ἕως 200 καὶ νὰ σκάψουν μία γράνα (χαντάκι) καὶ νὰ ρίχνουν τὸ χῶμα κατὰ τὴν Τριπολιτζά, ἐπειδὴ δὲν ἤλπιζα ὅτι θὰ περάσουν τὴν ἄλλη μεριὰ τῆς γράνας. Καὶ εἰς τρεῖς ἡμέρες τὴν ἔφτιασαν, τὴν ἐπῆγαν ἕως τὰ ταμπούρια καὶ τὴν ἄφησαν 700 βήματα ἕως τὴ ρίζα τοῦ βουνοῦ, ὁποὺ εἶχαν τὰ ταμπούρια. Τὸ ἄφημα αὐτὸ ἔγινε πρὸς ὄφελος τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Κεχαγιὰς εἰς τρεῖς τέσσαρες ἡμέρες μὲ 6.000 στράτευμα ἐβγῆκε καὶ ἐπῆγε κατὰ τὰ Δολιανὰ καὶ γυρίζει ἔπειτα καὶ πλακώνει τὸν Νταγρέ, καὶ τὸ χαλᾶν αὐτὸ τὸ ὀρδί· τοῦ ἐσκότωσαν 27 καὶ 20 λαβωμένους. Οἱ Τοῦρκοι δὲν εἶδαν τὴ γράνα, διατὶ ἦτον νύκτα, μόνον εἶδαν τὴν ἄκρην καὶ εἶπαν: «Οἱ Γκιαούρηδες σύνορα κάμνουν, μοιράζουν τὴν γῆν». Ὁ Νταγρὲς ἐκλείσθη εἰς μία σπηλιὰ μὲ 4. Εὐθὺς σὰν ἤκουσα τὰ ντουφέκια, ἐκατάλαβα ὅτι ἐκτύπησαν τὸν Νταγρὲ καὶ ἐκίνησα. Εἰδοποίησα ὅλα τὰ ὀρδιὰ τὰ Καρυτινὰ νὰ τραβοῦν κοντά μου, καὶ ἐγὼ ἐβγῆκα μὲ τὸν ἀγιουτάντε μου Φωτάκο εἰς τὸ Χωματοβούνι, καρσὶ (ἀντίκρυ) στὸ Μύτικα, καὶ μιὰ τρακοσαριά, οἱ ὀγληγορότεροι, τοὺς ἔστειλα νὰ πιάσουν τὴ γράνα καὶ νὰ πᾶνε εἰς βοήθεια τοῦ Νταγρέ. Ἐπέρασαν αὐτοὶ ἀπὸ κοντά, ἦλθαν ἄλλοι 200, τοὺς ἔστειλα καὶ αὐτούς, καὶ ἦλθαν Καρυτινοὶ 1.000. Οἱ Τοῦρκοι ὁποὺ εἶχαν μείνει στὴν Τριπολιτζά, ἐβγῆκαν κι ἐπολεμοῦσαν διὰ νὰ ἐμποδίσουν τοὺς Ἕλληνας νὰ ἔλθουν εἰς βοήθειαν.
Οἱ στρατιῶτες ὁποὺ εἶχα στείλει ἐκτύπησαν τοὺς Τούρκους ἀποπάνω, καὶ τοὺς ἐτζάκισαν, καὶ ἐγλύτωσαν τὸν Νταγρέ. Τὸ μεγαλείτερο μέρος τοῦ τουρκικοῦ στρατεύματος εὑρίσκετο εἰς τοῦ Λουκᾶ τὸ χωριό, καὶ ἐφόρτωσαν 600 φορτώματα ζωοτροφίας. Ὁ Κεχαγιὰς ἔστειλε 300 καβαλλαραίους διὰ νὰ περάσουν τὴν γράνα. Τοὺς ἐβάρεσαν οἱ ἐδικοί μας καὶ ἔπειτα τοὺς ἄνοιξαν οἱ ἐδικοί μας καὶ ἐπέρασαν οἱ 300 Τοῦρκοι· ἐσκότωσαν 5, λαβωμένοι 10, 15 ἄλογα. Ἐγὼ ἐδυνάμωσα τοὺς Ἕλληνας. Τότε ξεκινᾶ ὁ Κεχαγιὰς 1.000. Οἱ Ἕλληνες ἐδιαμοιράσθηκαν πλάτη μὲ πλάτη, καὶ ἡμεῖς ἐκτυπούσαμε τοὺς Τούρκους, ὁποὺ ἦτον ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος. Τοὺς ἐκτύπησαν τοὺς 1.000. Ἐσκότωσαν μιὰ πενηνταριὰ ἀπ᾿ αὐτούς, καὶ πολλοὶ λαβωμένοι, καὶ πολλὰ ἄλογα. Ἔπειτα ἦλθε καὶ τὸ μεγάλο σῶμα τῶν Τουρκῶν μὲ τὰ φορτώματα ἕως 600 μουλάρια καὶ ἄλογα μὲ τοὺς πεζοὺς καὶ καβαλλαραίους. Τὰ φορτώματα τὰ εἶχαν εἰς τὴν ἄκρη. Οἱ Ἕλληνες, ὁποὺ εἶχα στείλει εἰς βοήθειαν τοῦ Νταγρέ, τοὺς ἔφερναν πολεμώντας ἀποπίσω κατάκαμπα. Κάμνει γιουρούσι καὶ ἡ περασμένη καβαλλαριὰ καὶ ἡ ἀπέραστη. Σκοτώνουν 80 καβαλλαραίους, καὶ ὅλα τὰ φορτώματα μένουν εἰς τὴν ἐξουσία τῶν Ἑλλήνων. Οἱ Ἕλληνες ἐδόθησαν εἰς τὰ λάφυρα, καὶ ἐγλύτωσαν οἱ Τοῦρκοι, διότι δὲν τοὺς ἐπῆραν κυνηγώντας. Ἐπάσχισα μὲ τὸ σπαθί, μὲ τὲς κολακεῖες διὰ νὰ τοὺς κινήσω, πλὴν δὲν ἄκουαν, καὶ ἔτζι ἐγλύτωσαν οἱ Τοῦρκοι. Εἰς αὐτὸν τὸν πόλεμον Τοῦρκοι ἦσαν 6.000, οἱ περισσότεροι καβαλλαραῖοι, Ἕλληνες ἦσαν 1.000, ὅλοι Καρυτινοί. Ἐλαβώθη ὁ ἀδελφὸς τοῦ Κεχαγιάμπεη, Ἕλληνες δύο μόνον ἐσκοτώθησαν καὶ δύο τρεῖς λαβωμένοι. Οἱ Τοῦρκοι 120 σκοτωμένοι καὶ χωριστὰ οἱ λαβωμένοι. Οἱ Τοῦρκοι πλέον δὲν ἐβγῆκαν ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Τριπολιτζᾶς, ἦτον ἡ ὕστερή τους φορά· ἐπολεμοῦσαν ἀπὸ τὰ τείχη, ἀπελπίσθησαν διὰ νὰ εὕρουν πλέον ζωοτροφίας. Εἰς τὰς 10 – 15 Αὐγούστου ἔγινε αὐτὸς ὁ πόλεμος, ἕνας μήνας πρὶν νὰ παρθεῖ ἡ Τριπολιτζά.
Ἐπῆγα μία νυκτιὰ καὶ ἔπιασα τοῦ Μαντζαγρᾶ. Ἐκάμαμε χαντάκια, καὶ ἔκαμα καὶ ἦλθε ὁ Δημητράκης Δεληγιάννης μὲ τὸ σῶμα του καὶ ἔπιασε αὐτὸ τὸ χωριό, 10 λεπτὰ μακριὰ ἀπὸ τὴν Τριπολιτζά. Τὰ Τούρκικα ἄλογα ἄρχισαν νὰ ἀποσταίνουν, διότι δὲν εἶχον πλέον νὰ φάγουν. Ἔστειλα τὸν Γενναῖον καὶ ἐμάζωξε Τζακωνίτες καὶ Ἁγιοπετρίτες καὶ τοὺς ἔσμιξε μὲ τὸν Παναγιώτη Ζαφειρόπουλο καὶ Γεωργάκη Τζάκωνα κι ἔπιασαν τὴν Βουλιμήν· δὲν φθάνει τὸ κανόνι ἐκεῖ· παρομοίως ἔστειλα τὸν Κεφάλα μὲ Μεσσηνίους κατὰ τὸν Ἅγιον Σώστη καὶ ἐταμπουρώθη, καὶ ἔτζι δὲν τοὺς ἀφήναμε μὲ τελειότητα νὰ σπαράξουν πλέον. Οἱ Ἀρβανίτες ἄρχισαν νὰ ἔχουν ὁμιλίες μὲ ἡμᾶς. Αὐτοὶ ἦτον 3.000 καὶ ἐκείνη ἦτον ἡ δύναμις τῆς τουρκικῆς φρουρᾶς. Μὲ ἐπρόβαλαν νὰ τοὺς ἀφήσω ν᾿ ἀπεράσουν καὶ τοὺς ὑποσχέθηκα, τοὺς μὲν Τούρκους ἐντοπίους νὰ τοὺς ἀφήσομε χωρὶς τὰ ἄρματά τους καὶ τοὺς Ἀρβανίτας μὲ τὰ ἄρματά τους. Ὁμίλησα μὲ τοὺς ἄρχοντας, μὲ τὸν Μαυρομιχάλη πρῶτα καὶ ἔπειτα ἔδωσα λόγον τιμῆς εἰς τοὺς Ἀρβανίτες διὰ νὰ ἀναχωρήσουν.

Κατὰ τὸν Ἰούνιον μήνα, ὅταν πολιορκούσαμεν τὴν Τριπολιτζά, ἐσήκωσα ἀπὸ τὰ Ντερβένια τὸν μακαρίτην Πάνο. Ὁ Πάνος, ὁ Ὑψηλάντης, ὁ Γενναῖος, ὁ Ἀποστόλης ἦτον εἰς τὰ Βασιλικά, ἐπαρχία τῆς Κορίνθου, διότι τοὺς εἶπαν ὅτι ἦλθαν Τοῦρκοι.

Τὸ στράτευμα 700, μὲ τὸν Ὑψηλάντην ἀπὸ τὴν Ἁγία Εἰρήνη ἀγνάντευαν τὸν στόλο ποὺ καίγει τὸ Γαλαξίδι. Ὅταν ἐπολιορκούσαμε στενὰ τὴν Τριπολιτζά, ἔβγαιναν ἔξω οἱ πολιορκημένοι, στὸν πόλεμο τοὺς πιάναμε, μεταξὺ αὐτῶν ἐπιάσθη ὁ Χατζῆ Χρίστος, ὁ Κότζος. Οἱ Βούλγαροι ἦτον σεΐζηδες, ὡς 200 ἐπιάσαμεν, ἦτον χριστιανοί.

Ἐν ταὐτῷ ἄρχισαν οἱ Ἀρβανίτες νὰ πραγματεύονται. – Ἦτον ἕνας γραμματικὸς μὲ τοὺς Ἀρβανίτες, γραμματικὸς τοῦ Βελήμπεη καὶ Ἀλμάσμπεη. Αὐτὸς ἔκαμνε τὸν μεσίτη μὲ τοὺς Ἀρβανίτες νὰ τοὺς βγάλομεν. Οἱ ἐπίλοιποι Τοῦρκοι μανθάνοντας τὸ τραττάτο, ἠθέλησαν νὰ πάρουν μέρος καὶ αὐτοί. Ἐβγαίνανε εἰς ἕνα μέρος, ἐπήγαινε ὁ Πετρόμπεης, ὁ Ἀναγνώστης Ντεληγιάννης, Κρεβατᾶς καὶ ἄλλοι, καὶ τοὺς ἐλέγαμε, νὰ ἀφήσουν τ᾿ ἄρματα καὶ νὰ τοὺς μπαρκάρομε ὅπου θέλουν. Ἐκεῖνοι ἔλεγαν: «Ὄχι, μὲ τ᾿ ἄρματά μας». Στέλνουμε στοὺς Ἀρβανίτες, διὰ νὰ ἐμπιστευθοῦν νὰ ἐβγοῦν, τὸν Κολιόπουλο ὡς ἐνέχυρον. Βλέποντες οἱ Ἕλληνες, ὅτι θὰ πέσει ἡ Τριπολιτζά, ἐμαζώχθηκαν 20.000 (22 Σεπτεμβρίου). Καθὼς ἐδοκίμασαν οἱ Ἀρβανίτες νὰ φύγουν, ἐπήδησαν οἱ Ἕλληνες μέσα ἀπὸ τὴν τάπια τοῦ σαραγιοῦ. Οἱ Ἀρβανίτες ἐβγῆκαν ἔξω, ἐπῆραν τὸν Κολιόπουλο, ἐτράβηξαν κατὰ τὸν Μύτικα ἕως 2.500. Μπαίνοντας τ᾿ ἀσκέρι, ἔβαλα τελάλι νὰ μὴ σκοτώσουμε τοὺς Ἀρβανίτες. Ἐβγῆκαν ὡς 2.000 καὶ μέσα εἰς τὴν Τριπολιτζά ἔκοβαν.

Τὸ ἄλογό μου ἀπὸ τὰ τείχη ἕως τὰ σαράγια δὲν ἐπάτησε γῆ.

Πηγή: Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη. 

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

...Έπεσε Σύρμα! Πως βγήκε η έκφραση!

Μια από τις εκφράσεις που χρησιμοποιούσαμε ευρέως τις προηγούμενες δεκαετίες είναι η γνωστή σε όλους μας, " έπεσε σύρμα". Σαν έκφραση είναι αλλόκοτη και όλίγον αργκό, όμως εννοιολογικά σημαίνει την μεταφορά είδησης με παράπλευρο, άψυχο μέσο που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι το "σύρμα" που δεν είναι άλλο από το τηλεφωνικό καλώδιο ή σύρμα.
Ας πάρουμε τα πράγματα, όμως με την σειρά. Στην αρχή της εφεύρεσης του τηλεφώνου για την μεταφορά της φωνής από το ένα μέρος στο άλλο χρησιμοποιούνταν κολώνες ξύλινες που πάνω τους έφεραν έλασμα, κοινώς σύρμα, και έτσι δημιουργούνταν το τηλεφωνικό δίκτυο. Η άμεση ενημέρωση, πρωτοφανής για τα δεδομένα της εποχής, που παρείχε η νέα εφεύρεση είχε τα καλά της άλλα και τα κακά της, αφού όλα μαθαίνονταν γρήγορα και με την συνδρομή των "λαλίστατων", ακόμη γρηγορότερα, έως και τάχιστα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μπλέκουν οι παράνομοι ευκολότερα από πριν, και μιλάμε για εποχή που οι ρεμπέτες και η αστυνομία δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις. Οι ρεμπέτες ομιλούσαν την "αργκό", τα μάγκικα ή, καλύτερα, την γλώσσα του πεζοδρομίου με αποτέλεσμα να επικρατήσει η έκφραση "...έπεσε σύρμα" που δήλωνε τον κίνδυνο σύλληψης αφού η οποιαδήποτε ενέργεια έγινε άμεσα γνωστή. Λόγου χάρη οι τσιλιαδόροι των "παπατζήδων" φώναζαν "σύρμα, σύρμα" σε περίπτωση που εμφανίζονταν "πολιτσμάνος" στην γωνία. Ένα άγνωστο ρεμπέτικο τραγούδι αναφέρει χαρακτηριστικά:

Για ένα μεροκάματο γυρίζω μες τους δρόμους,
καθημερινώς τραβήγματα έχω με αστυνόμους.

Ρεφραίν:
«Σύρμα» εδώ, «σύρμα» εκεί, μου σπάει τη χολή μου,
ζημιά μου κάνει στη δουλειά, μου κόβει το ψωμί μου.

Κι εκεί που κάνω το σεφτέ το σκάω μάνι – μάνι,
σύρμα! φωνάζουν τα παιδιά, έρχονται πολισμάνοι.

Αν με γραπώσ’ ο πόλισμαν, αλίμονο σε μένα,
με πάει στο αυτόφωρο, πληρώνω τα σπασμένα.

Στην Εφημερίδα "Εμπρός" με ημερομηνία 20 Αυγούστου 1946 αλιεύουμε ένα χρονογράφημα του Δ. Γιαννουκάκη που μας δίνει την έκφραση στο "πιάτο": 
Νέα λέξις εισήλθε πρότινος εις το ελληνικόν λεξιλόγιον της πλανοδίου εμπορικής κινήσεως. Το «σύρμα». 

Βέβαια, η λέξις δεν είναι νέα ως λέξις, αλλά ως νέα έννοια…  Είναι νεοτάτη. Απ του ντέιτ! Τι σημαίνει;
Το κυνηγητό των πλανοδίων την εδημιούργησε.
Μόλις αστυφύλαξ πλησιάσει σε τόπον όπου οι πλανόδιοι σιγαρετοπώλαι, καραμελοπώλαι, σαντουιτσοπώλαι, κονσερβοπώλαι και ποικίλοι διαφοροπώλαι και ανευαδειοπώλαι συγκεντρώνονται και ξεκουφαίνουν τους διαβάτας, μία φωνή θ’ ακουστεί:

– Σύρμα! Σύρμα!

Λαγοί γίνονται τότε οι διάφοροι ποικιλοπώλαι. Λούηδες γινονται, Κυριακίδηδες και τρέχουν ν’ απομακρυνθούν από την επικίνδυνη προσέγγιση, ενώ ταυτοχρόνως η φωνή του σκοπού επαναλαμβάνεται από τους άλλους, διά να μεταδοθεί εις τα πέρατα του δρόμου, όπως μεταδίδονται οι ειδήσεις με το ταμ ταμ στη ζούγκλα!

– Σύρμα!… Σύρμα!…
– Σύρμαααααα!….
Έτσι έμεινε στην ιστορία ως επιφώνημα προειδοποίησης.

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Τάκη Δόξα: "Κτίσματα στον Καϊάφα", (Μέρος Β')!


Αποτέλεσμα εικόνας για τακης δοξας


.....
Αυτά όλα τα είδε σαν εφιάλτη μπροστά του ο Κορδονούρης μαζί με τη γυναίκα του την ίδια νύχτα που ξάγρυπνοι Σαν συζητώντας και την τύχη τους. Και δεν κρατήθηκαν. Σηκώθηκαν μονομιάς και αγκάλιασαν και οι δύο οσο κορμί μπόρεσα να το Σεράι νομίζοντας ότι έτσι δεν θα τολμούσε καν Ζυγός η μπουλντόζα και να το πάρει...
Την τρίτη μέρα το πρωί που πέρασε το τρένο από τον Καϊάφα για τον Πύργο, ο Κορδονούρης είχε βάλει στην Ελλάδα πέντε μεγάλα κοφίνια και ένα μικρό καλάθι για να τα φορτώσει. Σε κάθε οθόνη ήταν από δύο παιδιά του, το όλον δέκα, και στο καλαθάκι η Χρυσούλα, καθιστή σε ένα μαξιλάρι γεμάτο άχυρα.
- Είναι για ταξίδι; ρώτησε ο σταθμάρχης μισό γελώντας- μισό απορώντας.
- Ναι, δεν τα παίρνετε;
- Πώς! Αρκεί να τους βγάλεις εισιτήρια.
- Πόσα;
- Τα μεγάλα από ένα και τα κουραδάκια από μισό...
- Θα τα βγάλω όλα αποσκευή. Για αυτό Τα 'χω και σε κοφίνια.
Τα κοφίνια και το καλαθάκι φορτώθηκαν στο βαγόνι που γράφει απέξω με χοντρά λόγια " Ίπποι 4, άνδρες 16", και εκεί σκάλωσε και ο ίδιος ο Κορδονούρης σιγουρεύοντας τόσες ζωές. Μονάχα παρακάλεσε και άφησαν λίγο και μία πόρτα ανοιχτή, έτσι για να βλέπουν τα παιδιά τον κόσμο του Θεού και να θαυμάζουν το μεγαλείο του. Κείνα, όπως πέρναγε το τρένο πότε αγκομαχώντας και πότε βγάζοντας κάτι σκληρές φωνές με τη σφυρίχτρα του, ανασηκώνονταν μέσα από τα κοφίνια, τεντώνοντας το λαιμό τους σα γαλοπούλα και χάζευαν ξεχνώντας τη μοίρα τους.
Στον Πύργο βοήθησαν πολύ και τα κατέβασαν στο σταθμό. Ο Κορδονούρης μέτρησε τα κοφίνια και τα παιδιά, τα βρήκε σωστά και τα έβγαλε έξω. Έβγαλε και τη Χρυσούλα, μα αφού δεν ήξερα ακόμη να περπατάει Στους μεγάλους ασφαλτοστρωμένους δρόμους και την πήρε στην αγκαλιά του. Τα άλλα παιδιά σε μούδιασαν, τίναξαν τα πόδια τους από την ορθοστασία και τους άλλους και ξυπόλητα όπως ήταν, μπήκαν στη σειρά - με τ' ανάστημα του το καθένα.
Ήταν μία μικρή διμοιρία καθώς περπατούσαν, και ίσα που δεν έστελναν κανένα τραγούδι και δεν είχαν Πάρε και καμιά σημαία...
Πλάι τους, σα να 'θελε να τους δίνει βήμα, πήγαινε ο πατέρας κρατώντας τη Χιονάτη που Δεν καταλάβαινε τίποτα από τη ζωή και χαμογελούσε ευτυχισμένη.
Στο πρώτο σταυροδρόμι Σταμάτησε την κουστωδία ένας τροχονόμος με γυαλιστερό κράνος και ρώτησα τον Κορδονούρη που πάνε.
- στον κύριο νομάρχη! Απάντησε εκείνος.
- Δεν θα το βρεις στο γραφείο του και θα κουβαλήσεις και τα παιδιά άδικα. Έφυγε σήμερα με άδεια.
- Τότε θα πάμε στον κύριο εισαγγελέα.
- Και τα τσουρδέλια μαζί;
- Και αυτά. Θέλουν, βλέπεις, να τον δουν.
- Ανεβείτε δεξιά, πάρτε το μεγάλο δρόμο πάλι δεξιά και όταν δεις ένα μαρμάρινο μέγαρο, εμπάτε.
Έτσι και έγινε.
Η διμοιρία ήταν ευτυχισμένη που δεν πάταγε σε χαλίκια και σε άμμο, ούτε έβλεπε απέναντί της όλο την ίδια ατελείωτη θάλασσα να σκούζει και να γελάει. Και έτρεχε χαρούμενη κοιτάζοντάς ολόγυρα τα μαγαζιά και τα σπίτια, τους ανθρώπους που οι περισσότεροι φορούσαν καλά ρούχα και είχαν ένα καθαρό πρόσωπο.
Ο Κλάψας γκρίνιαξε μία στιγμή, αλλά αυτή τη φορά με το δίκιο του. Σταμάτησε την πορεία και είπε στα αδέρφια του με παράπονο:
- Ρε παιδιά, καλύτερα δεν ήταν να είχαμε και ένα ταμπούρλο;
- Σκασμός! Φώναξε ο Κορδονούρης και πρόσταξε να συνεχίσουν. Γύρω ο κόσμος απορούσε και κάπου-κάπου δυο μάτια βούρκωναν.
Με την ίδια παράταξη, μπήκαν στο γραφείο του κυρίου εισαγγελέα. Δυο-δυο, το όλον δέκα, και στο τέλος πατέρας με τη Χρυσούλα στην αγκαλιά.
Απότομα κείνος ο πλούσιος και ολόφωτος τόπος γέμισε φτώχεια και θλίψη.
Ο Κορδονούρης αραδιάζει ένα-ένα τα καθέκαστα, είπε για την μπουλντόζα και τι συφορά, για τον Τουρισμό και τα κοφίνια. Και στο τέλος παρουσίασε τα παιδιά του με τα ονόματα και τα παρατσούκλια τους με τη δυστυχία που τα περίμενε όντας θα ΄μεναν ανάμεσα γης και ουρανού, στο χάος.
- Μα αυτό λέει ο νόμος, δυστυχώς! Τον αντίσκοψε με ευγένεια ο εισαγγελέας. Και η διαταγή είναι αμετάκλητη.
- Η διαταγή να μην έχουμε πια σπίτι;
- Μα νοικιάστε καλέ μου άνθρωπε!
- Με τι, κυρ εισαγγελέα; είμαστε 13 στόματα, δεν βλέπεται; εγώ δεν έχω να τους πάρω ούτε βρακί να κρύψουν τα απαυτά τους...
- Και θες να καταργήσω εγώ το νόμο;
- Αφού θα πεθάνουμε τόσοι άνθρωποι... Και τι ΄ναι ο Νόμος μπροστά σε μας!
Ο "διερμηνέας" δεν μπορούσε να μην πάρει μέρος και αυτή τη φορά, ίσως την κρισιμότερη της ζωής τους. Πετάχτηκε ανάμεσα από όλους, πήγε δίπλα στην πολυθρόνα του εισαγγελέα και του φώναξε:
- Θες εσύ, κύριε να σου πάρουν αυτό το σπίτι που κάθεσαι εδώ μέσα, και να μείνει στους πέντε δρόμους; Για να βλέπαμε τι θα 'κανε η αφεντιά σου!
Ο άλλος δεν κράτησε με χαμόγελο που ζωγραφίστηκε στα χείλη του. Άπλωσε μάλιστα το χέρι του και χάιδεψε το κεφάλι του παιδιού, και ας ήταν πηγμένα τα μαλλιά του σαν άμμο και στην αγανάκτηση.
- Δίκιο έχετε, είπε στο τέλος, μα δεν μπορεί να γίνει αλλιώς! Το κτίσμα είναι παράνομο και πρέπει να κατεδαφιστεί.
- Αυτό το κτίσμα που λέτε, ρώτησε ο Κορδονούρης, είναι δηλαδή όπως είπαν οι άλλοι το "Σεράι" μας;
- Ναι κύριε κορδονούρη. Και λυπάμαι. Λυπάμαι πάρα πολύ, μα... Σας παρακαλώ να πηγαίνετε τώρα.
Ο Κορδονούρης μέτρησε πάλι τα παιδιά, δεν του λείπει κανένα, και έσκυψε και τα φίλησε. Φίλησε και τη Χρυσούλα και την απίθωσε χάμω από μωσαϊκό- τάχα να μπορεί να παίζει με κάτι χρώματα που φύτρωναν εδώ και εκεί.
- Αφού έτσι λέει ο νόμος, είπε, ας έρθει να μου φάει το σπίτι! Και... θα πηγαίνουμε, κύριε εισαγγελέα, όπως διατάζετε. Μονάχα που δεν θα φύγουμε όλοι από δω!
- Τι εννοείς δηλαδή;
- Να! Θα φύγω μόνος μου και θα σας αφήσω τα παιδιά μου για να τα κρατήσετε εδώ μέσα ή να τους βρείτε σπίτι. Και εγώ θα κατέβω στο σταθμό, θα πάρω τα κοφίνια και το καλάθι του τα έφερα και θα πάω στη μάνα τους αδειανά για να θυμάται Τα παιδιά μας...
Ήταν, φαίνεται, αποφασισμένος για όλα ο Κορδονούρης και έκανε να φύγει. Τα παιδιά δεν κατάλαβαν αμέσως τι επρόκειτο να γίνει και ούτε νόμιζαν ότι ο πατέρας τους με το στρίψιμο που 'κανε, θα χανόταν κιόλας. Μονάχα η Χιονάτη έσκουξε- γιατί σίγουρα, δεν της άρεσαν τα μαύρα χρώματα που θα το μωσαϊκό.
Ο εισαγγελέας αναστατώθηκε. Σηκώθηκε απάνω, έτρεξα στον Κορδονούρη και τον έπιασε τον ώμο. Το πρόσωπο εκείνου του ανθρώπου είχε κιόλας γεράσει.
- Θα πάρεις λοιπόν, του είπε, τα κοφίνια άδεια;
- Πού να τα πάω γεμάτα;
Η διμοιρία είχε χαλάσει με τη σειρά της, έγινε μία μάζα ανάκατη, ταραγμένη σα μικρή λιμνοθάλασσα από το βοριά. Και σαν αυτός ο βοριάς να άρπαξε το Νόμο και να σκόρπισε ένα ένα φύλλο του έξω από τα ανοιχτά παράθυρα του γραφείου.
- Καλά! Έκανε στο τέλος ο εισαγγελέας. Πήγαινε Τα παιδιά σου στο σταθμό και γέμισε τα κοφίνια... Εχει τρένο απόψε για τον Καϊάφα;
- Τρένα να δουν τα μάτια σου! Και με βαγόνια που βάζουν τις αποσκευές...
- Για τα εισιτήρια θα τηλεφωνήσω εγώ!
Ο Κορδονούρης υποχρεώθηκε και σε που δεν έκλαψε. Γύρω του τα παιδιά δεν ένιωσαν τίποτα και για αυτό τους είπε πιο καθαρές κουβέντες:
- Ξέρετε, παιδιά; ο κύριος εισαγγελέας δεν θα αφήσει την μπουλντόζα να χαλάσει το "Σεράι" μας...
Εκειδά πετάχτηκε ο Σπάγγος τι είπε για τη διαταγή:
- Είδατε πούφερα γω τα Σπίρτα και κάψαμε εκείνο το βρωμόχαρτο;
Ένας-ένας από τη "διμοιρία" πέρασαν έπειτα από τον εισαγγελέα και τον χαιρέτησαν. Ως και της Χρυσούλας πήρε το χεράκι ο πατέρας της και έκανε και αυτή το ίδιο. Όταν ήρθε η σειρά του διερμηνέα, πάλι έκανα την καραμπόλα του. Χωρίς καν να κοκκινίσει, είπε στον εισαγγελέα όταν βρεθεί στον Καϊάφα, να περάσει από το Σεράι τους να πάρει έναν μεζέ.
- Μεζέ;
- Τσιροπούλια, καλέ! Σπουργίτια, που σκοτώνουμε με το λάστιχο.
Και κάμε να βγάλει η σφεντόνα του...
Αργότερα που 'φυγε το τρένο, σε όλη τη διαδρομή ως τον Καϊάφα, το βαγόνι των αποσκευών ήταν γεμάτο από φωνές και τραγούδια που πέρσευαν και έβγαιναν από την μισάνοιχτη πόρτα, στον κόσμο του Θεού. Και πριν φτάσουν στο σταθμό, τα κοφίνια και το καλαθάκι είχαν αδειάσει και ένα-ένα έπεφταν από το τρένο στη λήθη.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας!

Σχετική εικόνα  

Η αξεπέραστη προσφορά των αρχαίων Ελλήνων στους τομείς της Φιλοσοφίας και των Καλών Τεχνών είναι πασίγνωστη και δεν αμφισβητείται από κανένα. Το ίδιο γνωστή είναι και η προσφορά τους στο χώρο των αρχαίων Επιστημών. Όμως η Τεχνολογία των αρχαίων Ελλήνων είναι σχετικά άγνωστη όπως και οι απίστευτες επιδόσεις τους στον τομέα αυτό. Η έκθεση του μουσείου αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας ξαναζωντανεύει 300 περίπου εξαιρετικές εφευρέσεις του αρχαιοελληνικού τεχνολογικού θαύματος (από το ρομπότ - υπηρέτρια του Φίλωνος μέχρι τον κινηματογράφο του Ήρωνος και από το αυτόματο ωρολόγιο του Κτησιβίου μέχρι τον αναλογικό υπολογιστή των Αντικυθήρων) που καλύπτουν την περίοδο από το 2000 π.Χ. μέχρι το τέλος του αρχαίου ελληνικού κόσμου κατόπιν 25χρονης έρευνας και μελέτης του Κώστα Κοτσανά. 
 Πρόκειται για την εγκυρότερη (καθότι στηρίζεται αποκλειστικά στην ενδελεχή μελέτη της αρχαιοελληνικής, λατινικής και αραβικής γραμματείας, των αγγειογραφικών πληροφοριών και των ελαχίστων σχετικών αρχαιολογικών ευρημάτων) και την πληρέστερη έκθεση του είδους της παγκοσμίως. Όλα τα εκθέματα και το υποστηρικτικό τους υλικό έχουν δημιουργηθεί από τον ίδιο χωρίς καμιά επιχορήγηση από οποιοδήποτε δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα. Το μουσείο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της κεντρικής πλατείας του Κατακόλου, απέναντι από το σιδηροδρομικό σταθμό και λειτουργεί υπό την αιγίδα του Δήμου Πύργου. Εγκαινιάσθηκε στις 11 Μαρτίου 2011 από τον ομότιμο καθηγητή του Ε.Μ.Π και πρόεδρο της ΕΜΑΕΤ Θεοδόση Τάσιο.
Σκοπός του μουσείου είναι να αναδείξει...

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Τάκη Δόξα: "Κτίσματα στον Καϊάφα", (Μέρος Α')!

Θα συνεχίσω τις δημοσιεύσεις, αγνώστων στο ευρύ κοινό, διηγημάτων με απώτερο στόχο, όσο το δυνατόν περισσότεροι, να ανακαλύψουν κρυμμένα διαμάντια της λογοτεχνίας και λαογραφίας.
Το παρακάτω διήγημα είναι του γνωστού Ηλείου, λογοτέχνη και πεζογράφου και ποιητή, Τάκη Δόξα με τον τίτλο "Κτίσματα στον Καΐάφα".
(Βιογραφικό Τάκη Δόξα)
Ο συγγραφέας σε αυτό το διήγημα του καταπιάνεται, εμμέσως πλην σαφώς, με την παράνομη και άναρχη οικοδόμηση στην πανέμορφη  παραλία του Καΐάφα, με την έλευση ανθρώπων από ορεινά χωριά και την καταπάτηση παραλίας για την χρήση εξοχικών, θαλάσσιων κατοικιών. Το φαινόμενο συνεχίστηκε ως και τις μέρες μας, αλλά με την εφαρμογή του νόμου περί αιγιαλού έχει περιοριστεί και πολλά από αυτά τα κτίσματα έχουν  κατεδαφιστεί. Βέβαια δεν είναι αυτό το θέμα μας, αλλά το υπέροχο άγνωστο διαμάντι του εξαίρετου πεζογράφου. Ας το απολαύσουμε σε δύο μέρη:


(Ά Μέρος)


Δεκαπέντε σχεδόν χρόνια δεν τον είχαν πειράξει ούτε με τη μικρότερη κουβέντα. Και οι αρχές, από νομάρχη μέχρι χωροφύλακα, και οι γειτόνοι που αγοράζουν οικόπεδα και έχτιζαν σπίτια ευπρόσωπα με τούβλα και πολύχρωμες βεράντες ή για τις καλοκαιρινές διακοπές.
Ο μόνος που του έδωσε κάποτε κάποια σημασία, ήταν ο τουρισμός. Μα και αυτός, όπως αργότερα αποδείχθηκε, μάλλον από περιέργεια.
Ο τουρισμός ήταν ένας ευγενικός κύριος πολύ ψηλός σαν αρχεία σκοροφαγωμένη κολώνα με Ευρωπαϊκή φυσιογνωμία που ανακατεύει τα ελληνικά με άλλες γλώσσες και ρώταγε τους ηλικιωμένους παραθεριστές για το σπίτι του Ξενοφώντα. Αυτός Λοιπόν κάθισε λίγη ώρα και κοίταζε εκείνο το σπίτι που είχε κολλήσει σε μία αγκαλιά άμμο και φαινόταν ότι από στιγμή σε στιγμή θα το παιρνε ο αυγουστιάτικος αέρας και θα το Πήγαινε στη θάλασσα.
Το σπίτι ήταν από σανίδες, λαμαρίνες, σταφιδωτά να και ξερά χόρτα δεμένα με παλιό σύρματα, και είχε πάνω από την πόρτα καρφωμένο ένα χαρτί που έγραφε με πράσινα λόγια "Σεράι Βαρώνου Φον Κορδονούρη". Ίσως αυτός ο αρχοντικός τίτλος να κίνησε περισσότερο το ενδιαφέρον του τουρισμού και έφτασε στο τέλος ως την πόρτα.
- Excuse me, κυρία μου! Έσκουζε ο τουρισμός μόλις Είδε μία ξερακιανή γυναίκα να ξεπετιέται στο κατώφλι με τα χέρια γεμάτα απορία και σαπουνάδες. Ο Μίστερ Βον Κορδονούρης είναι εδώ;
Η γυναίκα από γράμματα ήξερε μόνο όσα της είχε μάθει Η φτώχεια και η θάλασσα, και δεν κατάλαβε τα περισσότερα. Τρόμαξε κιόλας μπρος στο ανάστημα αυτού του ανθρώπου, γιατί ούτε από Αρχαιολογίας σκάμπαζε.
- Mήπως λέτε για τον άντρα μου; έκανε σε λίγο.
-Ω, γιές! Εδώ είναι;
Απάνω στην ερώτησή του πέσανε 4- 5 κουτσούβελα, με ένα παλλόμενο κοντό βρακάκι το καθένα, που μύριζαν αρμύρα και πείνα, και τον τριγύριζαν. Ένα μάλιστα από αυτά άνοιξε κρυφά και δεξιά του χούφτα και άρχισε να από πίσω να τον μετράει πόσες παλάμες ψηλός είναι. Το πιο μεγάλο έκανε τον διερμηνέα:
- Καλέ μάνα ντιπ στούρνος είσαι; Για τον πατέρα ρωτάει ο κύριος Κολόνας...
- Όχι, απάντησε με σέβας εκείνη. Ο Αντώνης δεν είναι σπίτι, πάει για τσίρους.
-Τσίρους;
-Για τσιροπούλια που λέμε. Για τσικουλήθρες και σπουργίτια. Κυνηγάει και τέτοια με το λάστιχο και με το γκρα. Βάνει και κόλλα καμιά φορά. Για να τρώμε καλέ...
- Α!
Ο Τουρισμός ήταν έξυπνος άνθρωπος και νόμισε πως μπορούσε να μάθει και άλλα πράγματα, ας ήταν προ Χριστού. Του είχε καθίσει μεράκι  ιστορία του Ξενοφώντα και μάζευε στοιχεία να γράψει για το κτήμα που του χάρισαν κάποτε οι Σπαρτιάτες στον Σκιλλούντα. Για αυτό περισσότερο έχει φτάσει ως τον Καϊάφα.
Ρώτησε λοιπόν για όλα αυτά και πρώτα πρώτα για τον Ξενοφώντα  που κάθισε χρόνια στον Σκιλλούντα κάνοντας τον αγρότη
, και ας ήταν ιστορικός στρατηγός, μα ούτε η κυρία Κορδονούρη ούτε τα κουτσούβελα είχαν ακούσει ποτέ για αυτό το πρόσωπο τίποτα.
Μόνο ο " διερμηνέας " πετάχτηκε πάλι να δώσει πληροφορίες:
- για τον Ξενοφώντα είπατε:
- για αυτόν...
- αυτός κύριε κολώνα, ήταν στο πρωί στο καφενείο και έπαιζε τάβλι με τον αγροφύλακα. Να σας πω που κάθεται;
... Και σήκωσε αμέσως το δεξί η διερμηνέας να δείξει κάπου, μα ο τουρισμός είχε πια υποχρεωθεί πολύ και τράβηξε να βρει το σιδηροδρομικό σταθμό.
Κόντευε να σουρουπώσει σε όλη την αμμουδιά, πάνω στα πεύκα ο ήλιος έλιωνε τις τελευταίες του αχτίδες, κι όμως ο τουρισμός μίκραινε ολοένα και πιο πολύ φεύγοντας, μαζεύτηκαν και τα άλλα κουτσούβελα του Κορδονούρη, κάνανε μία μάζα μισοξεβράκωτη και τον ξεπροβόδιζαν σαν φωνάζοντας, στη γλώσσα του:
- Αβάντι Μαέστρο! Στο καλό ψηλέα!
Στο καφενείο του σταθμού ρώτησε, έμαθε ότι ο Κορδονούρης είχε 11 παιδιά και πως το χαρτί με τα πράσινα λόγια απάνω στην πόρτα του, το κάρφωσαν μία νύχτα κάποιοι περαστικοί Αθηναίοι τεντυμπόιδες, μα είπε γιατί δεν τον ένοιαζε είπε γιατί του άρεσε και το "Σεράι και το Φον" το άφησε.
Το βράδυ που γύρισε ο Κορδονούρης με ένα καλάθι γεμάτο σχεδόν σπουργίτια που είχε σκοτώσει δέντρο σε δέντρο από το πρωί, και μύδια που Μάζεψε βουτώντας ίσα Με το γόνατο και Ψάχνοντας τη θάλασσα, έμαθε τα καθέκαστα με τον τουρισμό και ξεκαρδίστηκε στα γέλια.
Έπειτα ψήσαμε πάνω σε βέργες τα πουλιά, μοιράστηκαν τα μύδια και φάγανε καθισμένοι γύρω-γύρω κατάχαμα...
Έτσι γινόταν πάντα. Το Σεράι είχε δύο μεγάλα δωμάτια πατωμένα και ταβανωμένα όπως όπως, πιο πέρα στην άκρη έναν τόσο δα τόπο για κουζίνα. Μεσημέρι και βράδυ, βράδυ πιο σπάνια, αυτός ο τόπος στούφωνε από καπνό και τα παιδιά στριμώχνονταν το ένα πάνω στο άλλο και ρούφαγαν την τσίκνα με ηδονή, ώσπου να ‘ρθει η ώρα για να μου κόψουν το στομάχι τους.
Ο Κορδονούρης ψάρευε κιόλας κατεβαίνοντας η λιμνοθάλασσα της Αγουλινίτσας, ποτέ με πυροφάνι και πότε με κανένα δυναμίτη που πάντα τη γλίτωνε από το δόκανο του νόμου. Πήγαινε και στο κυνήγι της μπάλιζας πριν έρθει το κράτος και ξεράνει τα νερά για να φυτέψει δέντρα και σπίτια εκεί που άλλοτε σπαράζουν τα ψάρια και τα χέλια ταΐζοντας κόσμο και κοσμάκη. Οι μπάλιζες ήταν κάτι μαύρα πουλιά με σκληρό Μα νόστιμο κρέας, που γέμιζαν καρύδια στο μαγείρεμα ή το 'καναν στιφάδο και μοσχοβόλαγε ο τόπος, και το στόμα.
Στο ψάρεμα και στο κυνήγι ο Κορδονούρης έπαιρνε και μερικά από τα παιδιά του, τα μεγαλύτερα. Όχι μόνο για να τον βοηθάνε ή να πα να φυλάνε, όταν έριχνε το δυναμίτη μην τον πιάσει ο νόμος. Πιο πολύ γιατί ήταν κατεργάρηδες και μπορούσαν να κλέβουν το κυνήγι των άλλων χωρίς να τους μυρίζετε κανείς! Περισσότερο από όλους τα κατάφερναν ο Κλάψας, ο Σπάγγος και ο Ψώρας. Τα παιδιά βέβαια δεν πήραν αυτά τα ονόματα για βαφτιστικά τους, αλλά τους θα χε κολλήσει ο ίδιος ο πατέρας τους- του πρώτου γιατί όλο γκρίνιαζε, του δεύτερου γιατί ήταν αδύνατος σα λέλεκας και του τρίτου γιατί ξηνόταν από το πρωί ως το βράδυ.
Τα μικρότερα ήταν σχεδόν αυτοσυντήρητα. Κάθε καλοκαίρι κατέβαινα να παραθερίζουν ή για μπάνια στην παραλία του Καϊάφα πολλές οικογένειες από τις γύρω πόλεις και τα χωριά, μα και το χειμώνα έρχονταν πολλοί ξένοι που έπασχαν από τα νεφρά τους ή από χολή και έκαναν λούσεις η Έπιναν από θαυματουργό θειαφόνερο που βγάζουν αδιάκοπα οι σπηλιές του Λαπίθα. Τότε οι σβόμπιροι του Κορδονούρη ξεκίναγαν με το χεράκι τους απλωμένο για ζητιανιά... Μάζευαν από λεφτά μέχρι και αποφάγια ακόμα, και όταν συγκεντρώνονταν απαρτία στο Σεράι, σαν όλα στη σειρά και τα μοιράζονταν δίκαια. Το Σεράι είχε πολλές χαραμάδες και τρύπες εδώ και εκεί, κι άλλο το ήλιος, άλλοτε το φεγγάρι κρυφό κοίταζαν τη μοιρασιά και χαμογελούσαν για την περίεργη ανθρώπινη ευτυχία.
Ο Βαρώνος Φον Κορδονούρης και η φαμελιά του έμεναν βέβαια στο ίδιο σπίτι και το χειμώνα. Μα τότε τα πράγματα ήταν κάπως δύσκολα με τους Αέρηδες και τις βροχές που τους φοβερίζουν και τους το ξεσήκωναν με όλα τα υπάρχοντά τους και τους άφηναν για ταβάνι Μόνο τον ουρανό, έναν ουρανό χωρίς οίκτο. Την ίδια φοβερά τους έκανε και η θάλασσα. Αυτή ανέβαινε πάνω στους ώμους και ήθελε σώνει και καλά να μπει στο Σεράι, πάστα για να μάθει πόσα δωμάτια έχει και πώς το λένε το κάθε παιδί.
Ωστόσο, την τελευταία ώρα το σπίτι μετάνιωνε, αντιστεκόταν και ριζών βαθύτερα όπως και η μοίρα τους.
Όταν ήρθε διαταγή να γκρεμιστούν τα παράνομα κτίσματα, ο Κορδονούρης είχε στρωθεί έξω από την πόρτα του και τάιζε τραχανά τη Χρυσούλα. Η Χρυσούλα ήταν η Χιονάτη του σπιτιού και δεν είχε κλείσει ακόμα τα δύο χρόνια της. Έκλαιγε κιόλας γιατί μέρες τώρα έτρωγε το ίδιο φαγί και όμως δεν μπορούσε να το συνηθίσει. Δεν ήξερα Επίσης και γράμματα για να καταλάβει Τον πατέρα της που της παίνευε τον τραχανά.
- Φάτο, νεράιδα μου, τι σε έκανε παρακαλώντας. Ούτε τα πριγκιποπούλα δεν τρώνε αυτό το φαΐ...
Η Χρυσούλα κάθε που της έλεγε για πριγκιποπούλα, έβγαζε από το στόμα της ένα σβώλο τραχανά και τον έφτυνε.
Τη διαταγή την έφερε ένας δημοτικός υπάλληλος με ένα χωροφύλακα. Ήταν ένα χαρτί ψυχρό και κίτρινο, απότομο. Το διάβασαν στον Κορδονούρη, τα άκουσε και η Χρυσούλα έτοιμο πάλι να κάνει εμετό, μαζεύτηκαν ολόγυρα και οι άλλοι να μάθουν τα νέα της ημέρας.
Ο " διερμηνέας" ήταν πολύ περίεργος και στα κέφια του. Ρώτησε τι σημαίνει παράνομα κτίσματα και ποιος γράφει τόσο ωραία χαρτιά. Ο χωροφύλακας πούλησε τις απορίες με μία ανάποδη σφαλιάρα και ο δημοτικός υπάλληλος απευθύνθηκε στον πατέρα του:
- καταλαβαίνεις, κύρια φωνή, τι θέλει να πει αυτή η διαταγή;
- όχι και τόσο, συμπάθα με...
- να σου την κάμω εγώ λοιπόν λιανά: Λέει ότι το Σεράι θα πάει περίπατο!
- Δηλαδή, θα το πάρετε από δω και θα μετακομίσουμε αλλού;
- κάθε άλλο, κύριε Κορδονούρη! Λέει ότι το Σεράι είναι παράνομο κτίσμα και κάθε παράνομο κτίσμα πρέπει να κατεδαφίζεται.
- και γιατί αυτό; εγώ το έφτιαξα με το ίδιο μου το αίμα! Κατεδαφίζεται το αίμα κύριοι;
Εκεί να χωθεί και στη μέση ο χωροφύλακας και τους έλυσε τη διαφορά πειστικότερα:
- Σου το 'παμε, κύριε έξυπνε, ότι το παλιό Σεράι σου θα ‘ρθει η μπουλντόζα και θα το μαζέψει
- Και τι της φταίει της μπουλντόζας το σπιτικό το δικό μου;
- το χτίσεις χωρίς άδεια καταλαβαίνεις; Κι' είναι ένα πράγμα σιχαμερό που προσβάλει τον Τουρισμό.
Με τη λέξη τουρισμό, ένας από τους σβόλους του Κορδονούρη θυμήθηκε τον ψηλό άνθρωπο με τις μπερδεμένες γλώσσες και έβαλε τις φωνές:
- και θύμωσε ο κύριος Κολώνας, επειδή δεν ξέραμε πού είναι το σπίτι του Ξενοφώντα;
Ο "Διερμηνέας" τον ανίσκοψε:
- Πάψε ρε κιτρινόσκατο, δεν τούπα εγώ ότι παίζει τάβλι στο καφενείο;
Η συζήτηση τελείωσε με μία δεύτερη σφαλιάρα και έπειτα ο δημοτικός υπάλληλος τους άφησε τη διαταγή και έφυγαν με το χωροφύλακα. Το χαρτί το στροβίλισε στην αρχή ένα αεράκι και ύστερα το 'ρίξε μέσα στο πιάτο του τραχανά. Ο Κορδονούρης Σταμάτησε απότομα το τάισμα της Χρυσούλας και πήρε παράμερα τη γυναίκα του να κουβεντιάσουν, για τη Συμφορά που τους περίμενε. Είχαν κιόλας θολώσει τα μάτια του, έσφιγγε τις γροθιές του, κοίταζε πότε-πότε και τον ουρανό ρωτώντας τον μυστικά να μάθει το γιατί.
Τα παιδιά το κατάλαβαν Τι θα γινόταν και πως όλα τα παιδιά εκεί με το που το χάρτη με τα κατάμαυρα, όλο κακία γράμματα. Το βγάλανε Λοιπόν από το πιάτο, έτρεξε ο Σπάγγος να φέρει σπίρτα και του βάλανε φωτιά- νομίζοντας ότι θα πέθαινε...
Όσο και εγώ όταν, με κάποια δυσκολία και ειρωνεία, η διαταγή, ο δημοτικός υπάλληλος με το χωροφύλακα φαίνονταν ακόμα περπατώντας στην άμμο. Και ο ψαράς άφησε και μία στιγμή το ξύσιμο και του φώναξε:
- Καλέ 'σεις που φέρατε το χαρτί, το βλέπεται; Κατά διαόλου πάει!
Είχε εκτελεστεί και η προθεσμία που είχε να ζήσει το Σεράι, ήταν μόνο τέσσερις μέρες. Έπειτα θα 'ρχότανε μπουλντόζα με την κίτρινη χοντροκομμένη φάτσα, θα κύλαγε τις πελώριες, τις ανελέητες ρόδες της και θα πέρναγε, τραγουδώντας ίσως έναν αμανέ, σύρριζα στο σπίτι, θα το αναποδογύριζε και ύστερα θα ξανά πέρναγε για να το λειώσει.

Τέλος Α΄Μέρους.