ΤΡΥΠΗΤΗ(ΜΠΙΖΜΠΑΡΔΙ 'Η ΙΣΟΒΑ): Δ.Δ ΤΟΥ Δ. ΣΚΙΛΛΟΥΝΤΟΣ (Ν.ΗΛΕΙΑΣ) ΜΕ 571 ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΣΕ ΥΨΟΜΕΤΡΟ 278Μ. Ο ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΧΡΟΝΟΛΟΓΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟΥ ΝΕΑΡΤΕΝΤΑΛ!

''Πρός άρκτον δ' 'ομορα ήν τω Πύλω δύο πολίδια Τριφυλιακά 'Υπανα και Τυπανέαι και ποταμοί δε δύο εγγύς ρέουσι, ο τε Δαλίων (Διάγων) και ο Αχέρων εκβάλοντες εις τον Αλφειόν"
(Στράβων Η΄3,15)

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Μπιτζιμπάρδι, ωδή στο τοπίο!


Στις πινελιές του τοπίου γύρω από το Μπιτζιμπάρδι θα μαγευτεί η ματιά σου σαν αντικρίσεις τις ποιητικές του εναλλαγές και τον ήπιο του χαρακτήρα. Θα ξαποστάσει στην σκιά του δάσους και θα δροσιστεί με τις δροσοσταλίδες της κοιλάδας που παιχνιδίζουν με τις ηλιαχτίδες. Όταν φτάσει στην καταπράσινη και ολάνθιστη κοιλάδα θα σε κάνει να ξεχαστείς, ως άλλος Οδυσσέας ακούγοντας το τραγούδι των σειρήνων στον δρόμο για την Ιθάκη του. Το πνεύμα της πανώριας θεάς Άρτεμις πλανιέται τρέχοντας με παρέα με τις Νύμφες λες και συνεχίζεται το αέναο κυνηγητό πότε με τον Αλφειό και πότε με τον Πάνα. Πλατάνια, πεύκα και δάφνες υψώνονται υπερήφανα  και  προσφέρουν καταφύγιο, στην αιώνια παρθένα θεά, από το κυνηγητό των σατύρων ημίθεων. Τα κυπαρίσσια ξεπετιούνται ορθόστητα, σε τούτη την κοιλάδα της θεάς, αναπαριστώντας τους φαλλούς των αθάνατων  θηρευτών και αναρίθμητα εαρινά λουλούδια, σκορπισμένα παντού, στολίζουν το χορτάρινο χαλί της αγαπημένης κόρης του Δία και της Λητούς. Τα ρυάκια και οι πηγές με τα κρυστάλλινα νερά τους συμπληρώνουν το μαγευτικό τοπίο. Η ησυχία και η ειρήνη βασιλεύουν μέχρι να τις διακόψουν τα τιτιβίσματα πουλιών ή κάποιο κοπάδι που βρίσκεται κάπου κοντά. Ο ήχος της ήρεμης φύσης διαταράσσεται κάπου κάπου και το μυαλό σου αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε παγανιστικές λατρείες και το χριστιανικό πνεύμα που πλανιέται, αιώνες τώρα πάνω από τα ερείπια της μονής της Ίσοβας, και συμπληρώνει την μαγεία. Τι θα διαλέξει ο νους του καθενός; Άγνωστο.

Λατρεμένο Μπιτζιμπάρδι, μαγεύεις και έλκεις  τον καθέναν μας ως άλλη Ιθάκη τον Οδυσσέα της! 

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται!

«Οι δ' ίσαν υλοτόμους πελέκεας εν χερσίν έχοντες / σειράς τ' ευπλέκτους» αναφέρει ήδη ο Όμηρος στην Ιλιάδα (23. 114-115), με άλλα λόγια «πήγαν, κρατώντας στα χέρια τσεκούρια που έκοβαν ξύλα και καλοπλεγμένα σχοινιά». Με διαφορά λίγων αιώνων, ο Αριστοφάνης (fr. 610 K-A) αναφέρει: «αλλ' ιμάντα μοι δος και ζμινύην. Εγώ γαρ ειμ' επί ξύλα», δηλαδή «αλλά δώσε μου ένα λουρί κι ένα εργαλείο κοπής. Γιατί πάω για ξύλα». Όπως κι αλλού εκείνη την εποχή, έτσι και στην αρχαία Αθήνα οι ενεργειακές ανάγκες του πληθυσμού καλύπτονταν κυρίως από άνθρακα και ξύλο, συνεπώς η παραγωγή, η μεταφορά και το εμπόριό τους αποτελούσε μία ολοκληρωμένη οικονομική δραστηριότητα. Λόγω της πληθυσμιακής της συγκέντρωσης, αλλά και της βιοτεχνικής παραγωγής και των λοιπών οικονομικών δραστηριοτήτων, η Αθήνα της Κλασικής Περιόδου κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες καύσιμης ύλης. Ας το σκεφτούμε λίγο καλύτερα: αρτοποιεία, μεταλλοτεχνικά και κεραμικά εργαστήρια, λουτρά, οικείες κι άλλες τόσες και τόσες δραστηριότητες απαιτούσαν για τη λειτουργία τους σημαντικές ποσότητες ξυλοκάρβουνου, πολλές φορές μάλιστα συγκεκριμένων ειδών, οι οποίες θα καίγονταν σε ειδικούς, κατά περίπτωση, κλιβάνους. Στην Περί Φυτών Ιστορία ο Λέσβιος φιλόσοφος του 4ου αι. π.Χ. Θεόφραστος αναφέρει πώς κορμοί δέντρων σχίζονταν στα δύο, στοιβάζονταν μαζί και καλύπτονταν με λάσπη πριν καούν εντός ειδικών κατασκευών.   Η εργασία αυτή ήταν, βέβαια, όσο βαριά ακούγεται, κι ακόμα παραπάνω. Τόσο ο Αριστοφάνης όσο και ο Μένανδρος έχουν δημιουργήσει αξιολύπητους ήρωες στους οποίους έλαχε να συλλέγουν και να κουβαλούν καυσόξυλα. Ο Κνήμων στον Δύσκολο του Μενάνδρου παραπονιέται ότι «ζη μόνος [...] ξυλοφορών σκάπτων τ' αεί πονών», ενώ ο Δικαιόπολις στους αριστοφανικούς Αχαρνής φαντασιώνεται ηδονικά μια νεαρή «υλοφόρον» σκλάβα. Η υλοτομία και η μεταφορά της καύσιμης ύλης ήταν, καταπώς φαίνεται, δραστηριότητες πιο ταιριαστές στους σκλάβους, στους φτωχούς και στους επαγγελματίες εμπόρους κάρβουνου και ξύλου, παρά στους ευυπόληπτους Αθηναίους πολίτες. Οι ελεύθεροι Αθηναίοι πολίτες που απασχολούνταν με το επαγγελματικό εμπόριο καύσιμης ύλης αποτελούσαν μία σχεδόν περιθωριακή, κατώτατη οικονομική τάξη. Μάλιστα, κατά τον Αθηναίο ρήτορα και πολιτικό του 5ου αι. π.Χ. Ανδοκίδη, μια πόλη σε κατάσταση πολέμου μπορεί να εκπέσει τόσο, ώστε οι ασχολούμενοι με το κάρβουνο να κατέλθουν από τα βουνά στην πόλη: «Ίδοιμεν [...] εκ των ορών τους ανθρακευτάς εις το άστυ ήκοντας». Όλα δείχνουν πως το πρόβλημα της εύρεσης καύσιμης ύλης δεν άγγιζε τόσο τις πιο εύπορες οικογένειες της πόλης. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε; Σύμφωνα με ενεπίγραφες αττικές στήλες του 5ου αι. π.Χ., οι πλούσιοι Αθηναίοι συνήθως προμηθεύονταν καύσιμη ύλη από τα εξοχικά κτήματά τους και τις εκτάσεις που κατείχαν εκτός των τειχών της πόλης. Ο Αλκιβιάδης, μέλος της αριστοκρατικής οικογένειας των Αλκμεωνίδων, είχε στην κατοχή του εκτάσεις με «ξύλα καύσιμα», «φρύγανα» και «ρυμούς» (κούτσουρα). Η πρόσβαση και απόκτηση καυσόξυλων ήταν τόσο σημαντική για πλούσιους και φτωχούς, που, σύμφωνα με τον Μένανδρο, μόλις έπεφτε μια οξιά, όλοι έσπευδαν να μαζέψουν τα ξύλα της: «Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται». Στην ακμή της ηγεμονίας της, η Αθήνα της πολύκροτης Κλασικής Περιόδου αντιμετώπιζε τις τεράστιες ενεργειακές ανάγκες της με κάθε δυνατό τρόπο: σκλάβοι, κάθιδροι καρβουνιάρηδες, φορτωμένα γαϊδουράκια, πηγαινοέρχονταν φορτωμένοι με καυσόξυλα από δημόσιες και ιδιωτικές εκτάσεις, προμηθεύοντας φούρνους, κλιβάνους και εστίες με την πολύτιμη ύλη, μέλη μιας κοινωνίας περισσότερο ταξικής απ' όσο φανταζόμαστε σήμερα, κάτω από καπνό και αιθαλομίχλη σχεδόν παρόμοια με τη δική μας – εκτός από τις πλαστικές καρέκλες.

Από την Αγιάτη Μπενάρδδου, Δρ. Ιστορίας, Μονάδα Ψηφιακής Επιμέλειας, Ερευνητικό Κέντρο «ΑΘΗΝΑ» Πηγή: www.lifo.gr

 ΠΗΓΕΣ S. Douglas Olson, Firewood and Charcoal in Classical Athens, «Hesperia», 60, 1991, p. 411-420 / T.W. Gallant, Risk and Survival in Ancient Greece: Reconstructing the Rural Domestic Economy, Palo Alto, 1991 / R. Meiggs, Trees and Timber in the Ancient Mediterranean World, Oxford, 1982 / W.E. Thompson, The Athenian Entrepreneur, AntCl 51, 1982, p. 53-85 Πηγή: www.lifo.gr

Ο παραλογισμός των Περσών κατά τον Λακεδαίμονα βασιλιά Παυσανία.


Όταν οι ενωμένοι Έλληνες υπό την ηγεσία των Σπαρτιατών νίκησαν τους Πέρσες στις Πλαταιές, στην τελευταία νικηφόρα μάχη (είχαν προηγηθεί ο Μαραθώνας, οι Θερμοπύλες και η Σαλαμίνα), ο βασιλιάς Παυσανίας βρήκε ανέπαφη την σκηνή του στρατηγού Μαρδονίου. Η επέλαση εκατό χιλιάδων συνασπισμένων Ελλήνων αποδεκάτισε τους τριακόσιους χιλιάδες Πέρσες, που βρήκαν τραγικό θάνατο και οι λίγοι που γλύτωσαν αναγκάστηκαν να φύγουν βόρεια.
 Ο λιτοδίαιτος Σπαρτιάτης βασιλιάς μπήκε στην σκηνή που τον περίμεναν έντρομοι όλοι οι ακόλουθοι του Μαρδόνιου. Ο Παυσανίας έμεινε έκπληκτος με την χλιδή που επικρατούσε με τα χρυσά και αργυρά αντικείμενα και από τα περίτεχνα χειροποίητα χαλιά, ενώ αυτός κοιμόταν πάνω σε καλαμωτές (κρεβάτι από καλάμια) από τον Ευρώτα.  Ο Παυσανίας διέταξε να του ετοιμάσουν ένα δείπνο εφάμιλλο αυτών του Μαρδονίου. Πραγματικά οι μάγειροι έβαλαν όλη τους την τέχνη και οι ευνούχοι στόλισαν το τραπέζι και τα ανάκλιντρα, με σκοπό να γλιτώσουν το κεφάλι τους.
Όταν τελείωσαν οι Πέρσες πρόσταξε σε δύο είλωτες να του ετοιμάσουν ένα δείπνο από αυτά που του σέρβιραν συνήθως. Πράγματι οι είλωτες του έβαλαν πάνω σε ένα σανίδινο τραπέζι ξερό ψωμί, ελιές και ένα κρεμμύδι. Ο Παυσανίας τοποθέτησε δίπλα δίπλα τα δύο δείπνα και κάλεσε τους στρατηγούς των Ελλήνων. Όπως μας μεταφέρει, ο μέγιστος ιστορικός, Ηρόδοτος όταν συγκεντρώθηκαν τους έδειξε τα τραπέζια και χαμογελώντας τους είπε: « Άνδρες Έλληνες, να γιατί σας κάλεσα. Για να σας δείξω τον παραλογισμό του Πέρση, ο οποίος, ενώ έχει αυτόν τον τρόπο ζωής, ήρθε να μας πάρει αυτήν εδώ την φτώχεια».


Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Κολοκοτρώνης - Παπαφλέσσας: Μια άγνωστη ιστορία του Αγώνα!



Κατά την διάρκεια της επανάστασης οι αντιπαλότητες μεταξύ των αγωνιστών ήταν πολλές και οδηγήθηκαν στα άκρα σε πολλές των περιπτώσεων. Μια από αυτές ήταν μεταξύ του Παπαφλέσσα και του Θοδωράκι του Κολοκοτρώνη. Ο Παπαφλέσσας είχε φημισμένη λεβεντιά και μεγάλη παλληκαριά. Κοντά σ’ αυτά είχε μάθει και γράμματα και ήξερε καλά και την πολιτική. Μα δεν είχε τα τερτίπια του Κολοκοτρώνη. Φοβόταν πάντα πως ο Θοδωράκις θα είχε πάντα στον πόλεμο την πρωτειά. Με την πολιτική τα κατάφερε και έκλεισε τον Κολοκοτρώνη στην φυλακή, σ’ ένα Υδραίικο μοναστήρι. Ο ίδιος ο Παπαφλέσσας, όταν οι άνθρωποι του τον έπιασαν, του πήρε από το σιλάχι τις πιστόλες του. Όταν βγήκε στο Νιόκαστρο ο Μπραήμης και ανηφόρισε να πάει στην καρδιά του Μοριά, ο Παπαφλέσσας έτρεξε να τον χτυπήσει. Φοβόταν πως , αν δεν πρόφτανε αυτός να τον ρίξει στη θάλασσα, θα ερχόταν ο Κολοκοτρώνης, θα τον λιάνιζε όπως και τον Δράμαλη, και θα έπαιρνε καινούριες δόξες. Ο Κεφάλας, την παραμονή πρωτού γίνει ο φρικτός πόλεμος στο Μανιάκι, τα είδε τα στενά και του είπε με παράπονο:
-         Παπαζουρλέ, που μας ήφερες εδώ να μας τσακίσει ο Αράπης με την καβαλλαρία του. Θα πάρεις και εμάς και τα  παιδιά μας στο λαιμό σου.
Και ο Παπαφλέσσας του αποκρίθηκε:
-         Ορέ Παλιοδορραχίτη, πασπαλιάρη, τι κιότεψες ορέ. Αν δεν πολεμήσουμε εδώ, ταχιά θα φτάσει ο Κολοκοτρώνης και θα τον λιανίσει τον Αράπη. Και τότε πλια εσύ θα γυρίσεις στο Δορράχι στους μύλους να κλέβεις τ’ απολέσματα κι εγώ θα γυρίσω στην Πολιανή να βόσκω γουρούνια και γιδοπρόβατα.
Έπειτα από τον σκοτωμό του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι, ο Κολοκοτρώνης πήρε την φοράδα του. Στους πολέμους που έγιναν κατοπινά στο Ίσαρι, έτυχε να παραπατήσει η φοράδα και να πέσει στα κοτρώνια μαζί με τον Θοδωράκι. Ο Κολοκοτρώνης χτύπησε στον κρόταφο και έχασε τις αισθήσεις του. Τον πήγαν σ’ ένα γειτονικό χωριό και τον περιποιήθηκαν με τα πρόχειρα γιατρικά εκείνου του καιρού, ζέσταναν βούτηρο και το έβαλαν επάνω στο χτυπημένο μέρος. Με τούτο και με τ’ άλλο ήρθε πάλι ο Γέρος στα συγκαλά του. Τότε του είπαν:
-         Ο Θεός έκαμε να πέσεις γιατί πήρες την φοράδα του σκοτωμένου οχτρού σου.
Μα ο Θοδωράκις απολογήθηκε:
-         Μα και κείνος όταν μ’ έβαλε στην φυλακή μου πήρε τις πιστόλες μου!
Ο Μπραήμης έκανε με τον τακτικό στρατό του πόλεμο σκληρό. Ο Κολοκοτρώνης τον ακολουθούσε και τον χτύπαγε στις πλάτες. Κάποτε που πέρασε από ένα χωριό του Ταυγέτου εσυνάχτηκαν οι πρώτοι του χωριού και του είπαν:
-         Γιατί στρατηγέ δεν βαρείς τον Μπραήμη; Γιατί δεν τον χαλάς όπως χάλασες και του Δράμαλη τ’ ασκέρι;
Και ο Κολοκοτρώνης αποκρίθηκε:
-         Βρε τι λέτε! Τον κουμπάρο μου θα βαρέσω; Αυτός μ’ έβγαλε από την φυλακή!
Αυτοί πού  άκουσαν την απόκριση, κουτοί άνθρωποι όπως ήτανε, δεν κατάλαβαν τι ήθελε να πει ο Κολοκοτρώνης και πήγαν και διαλάλησαν πως ο Γέρος του Μοριά έστειλε και έφερε τον Αράπη για να χτυπήσει τον εχθρό του τον Φλέσσα. Κι έμεινε από τότε στα χωριά της Αλαγονίας, και λέγεται ακόμη από ανθρώπους από ανθρώπους που δεν έχουν το νου να καταλάβουν μια έξυπνη κουβέντα.


Πηγή: Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1960

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Η 25η Μαρτίου από μια διαφορετική οπτική γωνία!

Κάθε χρόνο στις  25 Μαρτίου τιμούμε και γιορτάζουμε τον ξεσηκωμό των υπόδουλων Ελλήνων κατά του Τούρκου δυνάστη για ελευθερία και  αυτοδιάθεση. Εκ των πραγμάτων είναι η πιο σημαντική ημερομηνία στην ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, ως αφετηρία της εθνικής παλιγγενεσίας.
Τι συνέβη, άραγε, στις 25 Μαρτίου του 1821 και την έχουμε αναδείξει ως την ημέρα της εθνικής μας εορτής; Τίποτα απολύτως λένε οι ιστορικοί. Ή σχεδόν τίποτα, για να είμαστε ακριβείς, πέρα από κάποιες αψιμαχίες. Κανένα σπουδαίο πολεμικό γεγονός που να δικαιολογεί αυτή την επιλογή. Ούτε καν η ύψωση του λαβάρου της Μονής της Αγίας Λαύρας και η ορκωμοσία των παλληκαριών από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό.
Το περιστατικό της Αγίας Λαύρας είναι ένας εθνικός μύθος. Τον οφείλουμε στον γάλλο περιηγητή και ιστορικό Φρανσουά Πουκεβίλ (1770-1838), ο οποίος συνέγραψε την τετράτομη Ιστορία της Αναγεννήσεως της Ελλάδος (1824). Η ιστορία διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, αλλά και μέσω του πίνακα Ο Όρκος της Αγίας Λαύρας (1851) του σημαντικού έλληνα ζωγράφου Θεόδωρου Βρυζάκη (1814-1878).
Άλλωστε και ο ίδιος ο Παλαιών Γερμανός δεν αναφέρει λέξη για το περιστατικό στα απομνημονεύματά του. Είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι εκείνη την ημέρα δεν βρισκόταν στη Μονή της Αγίας Λαύρας, αλλά στην Πάτρα, όπου όντως όρκισε τους επαναστάτες της περιοχής στην Πλατεία του Αγίου Γεωργίου.
Η επέτειος να γιορτάζουμε τον εθνικό ξεσηκωμό στις 25 Μαρτίου καθιερώθηκε στις 15 Μαρτίου 1838 από τον βασιλιά Όθωνα, προκειμένου να συνδεθεί με το εκκλησιαστικό γεγονός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Ήταν και επιθυμία του Αλέξανδρου Υψηλάντη και της Φιλικής Εταιρείας να συνδεθεί η έναρξη της επανάστασης με μια μεγάλη εκκλησιαστική εορτή για να τονωθεί το φρόνημα των υπόδουλων Ελλήνων.
Στην πραγματικότητα, η Επανάσταση δεν ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου 1821, αλλά λίγες μέρες νωρίτερα στην Πελοπόννησο, μία περιοχή με συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς και μικρή στρατιωτική παρουσία των Τούρκων. Ο στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής της Πελοποννήσου (Μόρα Βαλεσί) Χουρσίτ πασάς βρισκόταν στα Γιάννινα για να  εξοντώσει τον Αλή Πασά, ο οποίος είχε αυτονομηθεί από την Υψηλή Πύλη. Πριν από την αναχώρησή του, ο Χουρσίτ είχε λάβει διαβεβαιώσεις από τους προεστούς του Μοριά ότι οι φήμες που κυκλοφορούσαν για τον επικείμενο ξεσηκωμό των ραγιάδων ήταν ανυπόστατες.
Αχαιοί και Μανιάτες ερίζουν για το ποιος έριξε την πρώτη τουφεκιά του εθνικού ξεσηκωμού. Στις 21 Μαρτίου αρχίζει η πολιορκία των Καλαβρύτων από τον Σωτήρη Χαραλάμπη και τους Πετμεζαίους. Είναι η πρώτη πολεμική ενέργεια της Επανάστασης και θα λήξει νικηφόρα μετά από πέντε ημέρες.
Στις 23 Μαρτίου οι Μανιάτες υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τη συνεπικουρία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη καταλαμβάνουν την Καλαμάτα και με διακήρυξή τους κάνουν γνωστό στη διεθνή κοινότητα τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Την ίδια ημέρα, οι άνδρες του Αντρέα Λόντου θέτουν υπό τον έλεγχό τους τη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο), ενώ επαναστατικός αναβρασμός επικρατεί στην Πάτρα.  Από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό το Άγιο Όρος αναχωρεί ο Σερραίος έμπορος και φλογερός πατριώτης Εμμανουήλ Παππάς, προκειμένου να ξεκινήσει την Επανάσταση στη Μακεδονία.
Η 23η Μαρτίου είναι ο πρώτος σημαντικός σταθμός του εθνικού αγώνα  και θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάρει τη θέση της 25ης Μαρτίου στο εορταστικό καλεντάρι της χώρας μας.




ΠΗΓΗ: www.sansimera.gr

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Επιφανείς Ηλείοι: Δημήριος Κόκκος (1856 - 1891).

Γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως σταθμάρχης της χωροφυλακής. Κατάγεται από την Νάξο. Όταν τελείωσε το γυμνάσιο ήρθε στην Αθήνα, όπου σπούδασε Νομικά. Μετά από μια σύντομη και μικρή διπλωματική σταδιοδρομία (υπηρέτησε στην Τεργέστη ως γραμματικός του Ελληνικού προξενείου) διορίστηκε γραμματέας στο υπουργείο οικονομικών. Χρημάτισε ιδιαίτερος γραμματέας του Χ.Τρικούπη. Δολφονήθηκε το 1891 στην Αθήνα από έναν παράφρονα λοχία που νόμισε πως ο Γερο-Νικόλας, ήρωας του Κόκκου γελοιοποιούσε τον παππού του! Ό Κόκκος άνηκε στην γενιά των ποιητών του 1880, σύντομα όμως φανέρωσε την σατιρική φλέβα του και συνεργάστηκε για ένα διάστημα με τον Σουρή, στο Ρωμιό. Διακρίθηκε κυρίως με τα κωμειδύλλια που έγραψε.
Βασική Βιβλιογραφία:
Γέλωτες, ποιήματα (1880), Κατακλυσμός, Δευτέρα παρουσία (1885), Μακεδονικοί παιάνες (1885), Αναμνήσεις και ελπίδες (1886), Ποιήσεις (1889), Οι Μαργαρίται… (1891), Αφοπλισμός της Ελλάδος, κωμικόν παίγνιον (1887), Κωμειδύλλια: Η λύρα του Γερο-Νικόλα (1903), Ο Μπαρμπα-Λινάρδος (1903), Ο Καπετάν Γιακουμής (1903), Η Νύμφη του χωριού (1903).
Άνθρωπος – Θεός
Αν είν’ αλήθεια, ότι κατ’ εικόνα
με τον θεό πλασθήκαμε κι ομοίωση του,
δεν ξέρω τι τραβάμε τον χειμώνα,
αλλά κι αυτός θα βλαστημάει την ποίησή του.

Φαντάσου ο θεός χιονίστρες νάχει
Ή και ποδάγρα μ’ ένα τέτοιο κρύο.
Φαντάσου να τον έπιανε συνάχι

Ή και ρευματισμοί!! Povero Dio!!
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΗΛΕΙΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ, Πεζογραφία & ποίηση


Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

Τι Σημαίνει να Είσαι Πυργιώτης !

Ο Πύργος βρίσκεται κάτω απ' τ' «αυλάκι», περίπου 350 χλμ. νοτιοδυτικά της Αθήνας. Όπως λέει κι ο γνωστός ράπερ Τάκι Τσαν «Ο μπαμπάς μου είναι απ'τον Πύργο, νομό Ηλείας, από την πηγή της χ@σισοποτείας». Κι η μαμά μου από εκεί είναι. Και εγώ εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα.
Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει μια άλφα (και βήτα μη σου πω) ξινίλα, από όλους τους Έλληνες, στο άκουσμα του Πύργου. Όπου πεις ότι είσαι απ' τον Πύργο σε κοιτούν καλά-καλά και από εκεί και πέρα σε βλέπουν στραβά. Έτσι επειδή είσαι από τον Πύργο, για κανέναν άλλο λόγο.
Μπορεί να «είμαστε ωραίοι γιατί είμαστε Πυργαίοι», αλλά μη μας πεις ποτέ έτσι. ΠΥΡΓΙΩΤΕΣ ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε. Ούτε Πυργαίοι, ούτε Πύργιοι, ούτε...

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Το χωριό μου μέσα από τα μάτια μου πριν 33, ολόκληρα, χρόνια!

Ψαχουλεύοντας, για κάτι στο χωριό βρήκα, σ’ ένα παλιό σεντούκι τετράδια και βιβλία που είχε κρατήσει ο αείμνηστος  πατέρας μου από τα πρώτα μου μαθητικά χρόνια στο σχολείο. Ανασύροντας μνήμες το μάτι μου έπεσε σ’ ένα πρόχειρο τετράδιο που είχα κάνει το προσχέδιο μιας έκθεσης που μας είχε βάλει ο δάσκαλος  μας τότε Κος Ανδρέας Παπανικήτας από την Σάμο και σύζυγος της κας Θεώνη Σουρέλη από του Ζάχα και το θέμα ήταν πως, ‘’έχουμε πια μεγαλώσει, έχουμε φύγει από το χωριό και έχουμε πάει στα ξένα, πως αισθανόμαστε και να γράψουμε λίγα λόγια για τον τόπο που γεννηθήκαμε’’. Το εύρημα αυτό μου έδωσε την απάντηση που αναζητούσα τόσο καιρό  για το πότε άρχισα να αισθάνομαι τόσο έντονα την έλλειψη του και γιατί έχω την ‘’τρέλα’’ να το αναδείξω με διαφόρους τρόπους.
Ήμουν  στην Δ’ Δημοτικού, το 1982, και στις φωτογραφίες αποδεικνύεται του λόγου το αληθές. Το κείμενο παρακάτω είναι αυτούσιο χωρίς διορθώσεις.


ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ
Όπως όλοι οι ξενιτεμένοι άνθρωποι, έτσι και γω και επιθυμώ να ξαναγυρίσω στο μικρό, φτωχό, αγαπημένο μου χωριό.

Ολόκληρες ώρες, παρέα με την μοναξιά μου. Πλάθω στη σκέψη μου την εικόνα του χωριού μου. Τώρα στα ξένα, όπως και τότε ξαναζώ τις ομορφιές του. Το γαλαζοπράσινο, φιδίσιο ποτάμι που περιζώνει τα κατάλευκα σπιτάκια του, τον χρυσοκίτρινο ήλιο, τον γαλανό ουρανό, και την καταπράσινη φύση. Όσο όμορφο είναι το χωριό μου τόσο όμορφη ήταν και η ζωή μας σ’ αυτό. Ελεύθερα ζούσαμε μέσα στον μικρό παράδεισο του χωριού μας, παίζοντας ποδόσφαιρο, κρυφτό, μήλα, ψαρεύοντας στο ποτάμι, τριχαίους, χαμουζάδες, χελομάνες, και καβούρια. Κυνηγόντας με το λάστιχο, ή με τις θηλειές τσίχλες και κοτσύφια, βόσκοντας τα γιδοπρόβατα μας, παίζαμε τη φλογέρα ξαπλωμένοι στο κατπράσινο χαλί της φύσης, πίνοντας το κρυστάλλινο νερό της πηγής. Όλοι είμασταν μαζί πάντοτε σε κάθε χαρά και λύπη. Περπατώντας τα πλακόστρωτα, ασβεστωμένα δρομάκια, θαυμάζαμε τα μικρά κατάσπρα σπιτάκια, με τις κάτασπρες αυλές, τα πολύχρωμα λουλούδια, την δασύσκιωτη κληματαριά. Τον φούρνο να ψήνει το χωριάτικο ψωμί, τον πεντακάθαρο ασβεστωμένο σταύλο. Πάνω απ’ όλα τα σπίτια ξεχωρίζει η εκκλησία με το ψηλό καμπαναριό που μοιάζει με τον τσοπάνο που φυλάει τα προβατά του. Η μικρή όμορφη πλατεία με τα λιγοστά ξύλινα τραπεζάκια του καφενέ του κυρ-Γιώργη μαζεύει τα βράδια τους χωριανούς. Όλοι στο χωριό είμαστε αγαπημένοι και ο ένας βοηθάει τον άλλον. Που να τις βρείς  τούτες τις ομορφιές στην ξενιτιά χωριό μου όμορφο με τις ραχούλες και τις ρεματιές που σε προίκισε η φύση με νοικοκυριό;

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Ο Μοριάς το 1668 με τα μάτια του Εβλιά Τσελεμπή!


Ο Εβλιγιά Τσελεμπή ήταν Τούρκος χρονογράφος και περιηγητής. Αφού περιηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έγραψε λεπτομερώς για κτίρια, αγορές, ήθη, έθιμα και πολιτισμό, από το  1640 μέχρι το 1676 ξεκίνησε τις περιηγήσεις του εκτός της Πόλης. Οι γραπτές του εντυπώσεις συγκεντρώθηκαν σε ένα δεκάτομο έργο, το ‘’Seyahatnâme’’ ( = «Βιβλίο των ταξιδιών»). Εκεί περιλαμβάνονται εντυπώσεις από ταξίδια του στον ελλαδικό χώρο, τη Βαλκανική, την Αυστρία, τη Βόρειο Αφρική, την Ανατολία, την Περσία και το Κάιρο. Χρησιμοποιεί την καθομιλουμένη γλώσσα της εποχής.
Το έργο του Τσελεμπή τοποθετείται σε ένα είδος ελαφρύτερης λογοτεχνίας που πρωταρχικός σκοπός της δεν είναι η ιστορική αλήθεια. Παρόλο που πολλές φορές αναφέρεται διεξοδικά και με ακρίβεια, ειδικά στα γεγονότα στα οποία ήταν παρών, άλλες φορές αναμιγνύει μύθους με ιστορικά γεγονότα. Προσπαθεί να παρουσιάσει το έργο του με λογοτεχνικό τρόπο και γι' αυτό τοποθετεί πολλές φορές τον εαυτό του παρόντα σε γεγονότα. Ορισμένες αφηγήσεις του θεωρούνται φανταστικές ή είναι βασισμένες σε άλλες πηγές. Χρησιμοποιώντας την φαντασία του περιέγραψε χώρες τις οποίες ποτέ δεν επισκέφτηκε. Οι μελετητές του έργου του μπορούν σήμερα να ξεχωρίσουν το ψεύτικο από το αληθινό, έτσι το δεκάτομο έργο του παραμένει πολύτιμο για τις εκτενείς πληροφορίες που παρέχει γύρω από την κατάσταση που βρίσκονταν οι πόλεις και τα χωριά κατά την εποχή εκείνη, την ιστορία, τον πολιτισμό και τη γεωγραφία τους. Μεταξύ των ετών 1668 και 1671 περιηγείται στον Μοριά και αναφέρει χαρακτηριστικά αλλά και με δόση υπερβολής σε κάποια σημεία:
Διανύσαμε συνολικά εφτακόσια εβδομήντα μίλια δρόμο στο βιλαέτι του Μοριά. Είδαμε τριάντα ένα κατοικημένα κάστρα, πέντε χιλιάδες τρακόσια εξήντα χωριά, εβδομήντα οκτώ ποτάμια και χιλιάδες ποταμάκια κα πηγές, εκατοντάδες χιλιάδες δημιουργήματα του θεού. Τρείς μήνες βρεθήκαμε σε εκατοντάδες τσιφλίκια και περάσαμε ευχάριστα τον καιρό μας. Η περιήγηση μας ολοκληρώθηκε στην Κόρινθο. Αυτή ήταν η επιθυμία του θεού.
Ας μάθουν οι φίλοι, πως δεν υπάρχει άλλο τέτοιο νησί, τόσο όμορφο και πλούσιο σε όλη την Οθωμανική επικράτεια. Τριακόσια είδη προϊόντων παράγονται εδώ. Τα πρόβατα γεννούν δυο φορές τον χρόνο, πριν καλά καλά μεγαλώσουν. Τα κορίτσια προτού γίνουν εννιά δέκα χρονών, γεννούν το πρώτο τους παιδί. Τα αγόρια ενηλικιώνονται στα δέκα με έντεκα τους χρόνια. Οι συκιές και τα λαχανικά δίνουν ζουμερούς καρπούς εφτά φορές τον χρόνο. Υπάρχουν άφθονα φρούτα και λαχανικά και τον χειμώνα και το καλοκαίρι. Το νερό και το κλίμα δίνουν τέσσερις συνδυασμούς:
1)   Οι καζάδες της Τριπολιτσάς και των Καλαβρύτων είναι πεδινοί. Δεν ευδοκιμούν εκεί λεμόνια, νεράντζια και σύκα. Ο χειμώνας στα ορεινά είναι σκληρός και σε μερικά σημεία χιονίζει. Όλα τα ποτάμια του Μοριά  έχουν τις πηγές τους στα βουνά της Τριπολιτσάς, των Καλαβρύτων και της Μάνης.
2)   Ο λαός της ορεινής Μάνης έχει ιδιαίτερες σχέσεις με τους Βενετούς κι ένα παράξενο ιδίωμα. Στα ορεινά δεν καλλιεργείται σιτάρι. Οι άνθρωποι τρώνε καλαμπόκι. Μια φορά τον χρόνο έρχονται ορτύκια ( Από τα ορτύκια αυτά πήρε το όνομα του το Πόρτο Κάγιο, Port aux Cailles δηλ. λιμάνι των ορτυκιών), που τα κυνηγούν και τα τρώνε τον χειμώνα. Η θάλασσα προσφέρει πολλά στρείδια. Είναι ορεινή περιοχή.
3)   Το σαντζάκι του Μυστρά ως και την περιοχή της Μονεμβάσιας είναι γεμάτο περιβόλια, αμπέλια και καλλιέργειες. Δέκα εφτά είδη σύκων αναφέρονται στα κρατικά κατάστιχα. Εδώ ζει η φυλή των Τσακώνων, που μιλούν το τοπικό τους ιδίωμα.
4)    Ο καζάς της Γαστούνης που δεν πιάνει χιόνι. Τέσσερις διαφορετικές γλώσσες μιλιούνται στον Μοριά:
α) Στην περιοχή του Μυστρά μιλούν καθαρά Ελληνικά,
β) Τα Ελληνικά της Μάνης,
γ) Τα Τσακωνικά, κοντά στην Μονεμβάσια,
δ) Τα Αρβανίτικα στις περιοχές του Αιγίου και των  Καλαβρύτων.
Στον Μοριά υπάρχουν είκοσι καδιλίκια και δύο σαντζάκια. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι η Ελληνική, αν και ζουν εδώ πολλοί μουσουλμάνοι. Οι άνθρωποι είναι πολύ φιλικοί  στους ξένους.

Πηγή: Εβλιά Τσελεμπί, Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671)


Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

ΜΟΜΑ! Η ιστορία, η προσφορά τους και ο λόγος που καταργήθηκαν!


Τι ακριβώς είναι οι Μικτές Ομάδες Μηχανημάτων Ανασυγκροτήσεως, που δήλωσε ότι ανασυγκροτεί ο Πάνος Καμμένος. Ποια η προσφορά τους και γιατί καταργήθηκαν.
«Μετά από τις τεράστιες καταστροφές στις διάφορες υποδομές της που υπέστη η χώρα κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου αλλά και του εμφυλίου πολέμου (1946-1949), το 1957 κλήθηκαν και οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας να συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση της.
Γι αυτό το σκοπό συγκροτήθηκαν στις έδρες των σπουδαιότερων νομών επτά Μικτές Ομάδες Μηχανημάτων Ανασυγκροτήσεως. Οι έδρες των επτά ΜΟΜΑ ανά τον Ελλαδικό χώρο ήταν στις πόλεις Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο, Κρήτης, Πάτρα, Λαμία, Λάρισα, Ιωάννινα.
Οι ΜΟΜΑ ήταν κατασκευαστικές Μονάδες διοικητικά και αναλάμβαναν την εκτέλεση έργων που τους ανέθετε η προϊσταμένη αρχή στο νομό της έδρας των ή σε γειτονικούς νομούς. Το προσωπικό των Μονάδων αποτελούνταν από αξιωματικούς και οπλίτες του Μηχανικού, τεχνικά καταρτισμένους αλλά και με μικρό ποσοστό αξιωματικών από τα λοιπά όπλα του Στρατού ή και κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων (Ναυτικό, Αεροπορία), καθώς επίσης και με πολιτικό μόνιμο ή με συμβάσεις τεχνικό προσωπικό (γραφείς, μηχανικοί, οδηγοί τεχνίτες, χειριστές μηχανημάτων, εργάτες κ.λ.π).
Αποστολή της ειδικής αυτής υπηρεσίας ήταν:
Σε περίοδο ειρήνης με λογικό κόστος εκτέλεση των έργων που τις αναθέτονταν με διάφορα κυβερνητικά προγράμματα και...