ΤΡΥΠΗΤΗ(ΜΠΙΤΖΙΜΠΑΡΔΙ 'Η ΙΣΟΒΑ): " Ίσταται κατά τον βορράν, στηριζόμενο επί φυσικού μπαλκονίου, εξόχως μεγαλοπρεπής και η περικλείουσα αιώνια βλάστηση αποτελεί τον μανδύα του. Αυτός λάμπει και απαστράπει εις όλα τα παιχνίδια των χρωμάτων εις καθημερινό θέαμα και ακτινοβολεί ως φαιοπράσινη φλόγα υπό τας πρωϊνάς αχτίδας του ηλίου".

''Πρός άρκτον δ' 'ομορα ήν τω Πύλω δύο πολίδια Τριφυλιακά 'Υπανα και Τυπανέαι και ποταμοί δε δύο εγγύς ρέουσι, ο τε Δαλίων (Διάγων) και ο Αχέρων εκβάλοντες εις τον Αλφειόν"
(Στράβων Η΄3,15)

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Αλή Μουλάς - Δελγιώτης, Ιστορικό Διήγημα! (Γ΄Μέρος)

ΑΛΗ ΜΟΥΛΑΣ
Ιστορικό Διήγημα υπό Αγ. Τσελάλη  ( Ολυμπιακά Χρονικά 1970)

 Αγάπησε τούτη  την τουρκοπούλα την πεντάμορφη. Εδέθη με τα σαράγια, τα περβόλια, τα άτια, τους ανθρώπους. Έγινε ως μέστωνε και άντρυε και ομόρφαινε και δυνάμωνε, ο πρώτος στο Φανάρι, λατρεμένος άντρας της Εμινέ χανούμ. Κι όταν πέθανε ο Κορμπάς, έγινε αυτός αγάς του Φαναριού, πάμπλουτος και πανίσχυρος.
Θάμπωναν σιγά-σιγά μέσα του με τον καιρό, μέσα στις ηδονές, τις δόξες και τα πλούτια, τα παιδικά του χρόνια, οι δικοί του, το χωριό και μάκραιναν από το νου και την ψυχή του κι έσβεναν. Του Κοτυλίου οι κοιλάδες, τα φαράγγια, οι Βάσσες, της Νέδας οι όχθες, του Λυκαίου οι κορφές ήταν ανάμνηση θαμπή και μακρυνή. Και τώρα….
-Ίκινι!...Να φύγουμε!....Μας έζωσε η κλεφτουριά!!...
-Εσήκωσαν κεφάλι οι ραγιάδες να κόψουν τα κεφάλια μας, να πάρουνε το βιος μας…
Φωνές έξω από το σαράγι. Φώναζαν οι Φαναρίτες τούρκοι, τρίγγλιζε, έκλαιγε η Εμινέ χανούμ δίπλα του.
-Δε στο είπα μπουκουράκο μου, δε στο είπα εγώ, αγά μου, να πάμε στη Τρομπολιτζά, να μπούμε μέσ’ στου Λάλα, όπου έχω πολλούς δικούς, αδέρφια και ξαδέρφια;
-Αδέρφια και ξαδέρφια!...Πικρογέλασε με πόνο ο Αλή Μουλάς Δελγιώτης.Κι άφησε την ματιά και την ψυχή του και φτερούγισαν στις βουνοκορφές του Λυκαίου.  Αναζωντάνεψαν στο νου του τα παιδικά του χρόνια, τα κατατόπια του χωριού, το πατρικό του σπίτι, το μαντρί.
Σα να τα βλέπει τώρα μπροστά του και να τον προσκαλούν. Σαν ν’ ακούει την φωνή του πατέρα του. Όπως στα όνειρά του:
-          « Γιάννη, βόηθα το Φωτεινό να βγάλτε τα ζα απ’ το μαντρί». Συντάραξε τα σωθικά του του πατέρα του η φωνή. Και σαν να του χτύπησε τα ρουθούνια η μυρουδιά τα’ αραποσιτένιου ψωμιού που ξεφουρνίζει η μάνα του κι αχνίζει στο πλαστήρι. Μια ταραχή, ένα παράπονο, ένας πόνος τον συγκλόνιζε. Κι έστρεψε, μπήκε στον οντά να μην ιδούν στο πρόσωπο, στα μάτια του κείνο που τον συγκλόνησε.
Είδε την ταραχή του η Εμινέ, τα μάτια του που γέμισαν…
-          Μην κλαις, μη μου παραπονιέσαι Μπουκουράκο μου… Ταχειά θα ρθεί ο βεζύρης μας με είκοσι χιλιάδες και δε θ’ αφήσει σπόρο ελληνικό… Αλλού επήγε ο νους της. Εκείνος χαμογέλασε με πίκρα και τη χάιδεψε.
Περίπλεξε στο λαιμό του τα κρινοτριανταφυλλένια, τα κοντυλένια μπράτσα της. Χάϊδεψε κείνος στην κοιλιά της το σπόρο τον Ελληνικό, που είχε η Εμινέ στα σπλάχνα της. Συνήλθε ευθύς ο Αλή Μουλάς, τίναξε το ωραίο του κεφάλι  κι εβγήκε, εκατέβη, επήγε στην πλατεία κι εστάθη ατάραχος κοντά στο τζαμί. Τον έζωσαν οι τούρκοι. Τρομαγμένοι από τούτο το αναπάντεχο κακό. Φώναζαν, έβριζαν, απειλούσαν.
Γέροι, γυναίκες αναμαλλιασμένες,  παιδιά αλλάλαζαν ξωφρενα. Ζητούσαν από τον αγά ενθάρρυνση, ελπίδα, προστασία. Οι φωνές, μπερδεμένες, έξαλλες, γεμάτες φόβο κι αγωνία, δυνάμωναν. Οι φωτιές, οι ντουφεκιές, οι φωνές στα βουνά αύξαιναν. «Λευτεριά ή θάνατος».
- Να φύγουμε… Στην Τρίπολη, στο Λάλα… Στρίγκλιζζαν οι Τούρκισες στο Φανάρι.
Εκείνη την στιγμή εφάνη κι ερχόταν προς την πλατεία ένας έφηβος, ψηλός, καλοντυμένος. Κρατούσε ανοιχτή, άσπρη σημαία με κοντάρι. Κι ως βάδιζε καμαρωτός κι’ αργοπερπάτητος, κυμάτιζε πάνω από το όμορφο κεφάλι του η σημαία, ανέμιζαν τα κάτασπρά του φαρδομάνικα και η χιονάτη φουστανέλλα του λικνιζόταν ανάλαφρα.
Το έζωσαν οι Τούρκοι, περίεργοι κι’ ανήσυχοι. Μέριασαν, άνοιξαν δρόμο να φτάσει στον Αγά. Στέκονταν κείνος παραξενεμένος στο τζαμί με το μελιτζανί του σαλβάρι και το μπαρουτί αμπέχωνο με τα όμορφα κεντήματα. Το χέρι στα λαμπρά του όπλα. Η ματιά του στα μάτια του νιού, στην κατάσπρη σημαία.
Κυτάχτηκαν κατάματα ο έφηβος και ο αγάς. Οι ματιές του Έλληνα, κοφτερές και λαμπερές, σαν αστραπή, επίμονες, εξεταστικές, επιτιμιτικές στα μάτια του αγά. Τον αναμέτραγαν. Του αγά τα μάτια έπαιξαν ανήσυχα, χαμήλωσαν, στράφηκαν προς το πλήθος, που έστεκε ολόγυρα πλημμυρισμένο από βουβή περιέργεια κι’ αβάστακτη αγωνία.
- Τι είσαι συ, ορέ; … Μαξούς; … Φέρνεις μαντάτο;
- Απεσταλμένος, κήρυκας. Είπε κοφτά ο  νέος
- Τι είναι αυτοί που κλωθογυρίζουν στο βουνό και ντουφεκάνε;
- ¨Ελληνες Αλή Μουλά.
- Ραγιάδες…Και τι γυρεύουνε ορέ; Αλάφρωμα της δεκατιάς ή φέρνουν το χαράτσι;
- Γραφουν εδώ τι θέλουν… Έβγαλε από τον κόρφο του ένα χαρτί, το έτεινε στον αγά με τρόπο επισημότατο και τον εκάρφωσε με την αστραφτερή ματιά του.
- Τι λέει βρε;…Για διάβαστο.

- «Από εμάς τους αρχηγούς των Ελλήνων, σε σε Αλή Μουλά Μπούκουρα Δελγιώτη, σε σας αγάδες του Φαναριού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου