ΤΡΥΠΗΤΗ(ΜΠΙΤΖΙΜΠΑΡΔΙ 'Η ΙΣΟΒΑ): " Ίσταται κατά τον βορράν, στηριζόμενο επί φυσικού μπαλκονίου, εξόχως μεγαλοπρεπής και η περικλείουσα αιώνια βλάστηση αποτελεί τον μανδύα του. Αυτός λάμπει και απαστράπει εις όλα τα παιχνίδια των χρωμάτων εις καθημερινό θέαμα και ακτινοβολεί ως φαιοπράσινη φλόγα υπό τας πρωϊνάς αχτίδας του ηλίου".

''Πρός άρκτον δ' 'ομορα ήν τω Πύλω δύο πολίδια Τριφυλιακά 'Υπανα και Τυπανέαι και ποταμοί δε δύο εγγύς ρέουσι, ο τε Δαλίων (Διάγων) και ο Αχέρων εκβάλοντες εις τον Αλφειόν"
(Στράβων Η΄3,15)

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Η ιστορία του τραγουδιού Παπαλάμπραινα!

Δεν γνωρίζω, ακόμα τουλάχιστον, για τυχόν συγγένεια με τον δύσμοιρο Παπά-Λάμπρο, αλλά σαν επίθετο και μόνο μου προξένησε την περιέργεια να αναρτήσω την ιστορία μετά από παρότρυνση της καλής φίλης, εκ Πύργου ορμωμένης, Μαρίας Μπάστα!

Ο παπα-Λάμπρος Ζέρβας ήταν εφημέριος στο χωριό Ρωμύρι της Πυλίας το 1860. Ένας συγχωριανός του, που λεγόταν Σταύρος Φιτσιάλος, σκέφτηκε να συνεργαστεί με μία συμμορία για να τον ληστέψουν. Ο Φιτσάλος συνεννοήθηκε μαζί του, προκειμένου να έρθουν στο Ρωμύρι και να κλέψουν την περιουσία του παπα-Λάμπρου.

Δύο από τους κλέφτες πήγαν στο σπίτι του με το πρόσχημα ότι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ένα βόδι που πουλούσε ο παπάς, ο οποίος όμως έλειπε στην Πύλο, όπου είχε πάει για να φέρει το παιδί του, που πήγαινε σχολείο εκεί. Ο παπάς γύρισε αργά στο Ρωμύρι χωρίς το παιδί, που έμεινε στην Πύλο. Έτσι οι ξένοι φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του την νύχτα.

Το βράδυ, όταν η οικογένεια είχε κοιμηθεί, οι δύο κλέφτες ειδοποίησαν και τους υπόλοιπους, που είχαν κρυφτεί την ημέρα έξω από το χωριό, και μπήκαν όλοι αθόρυβα στο σπίτι του παπά, οπότε άρχισαν να αρπάζουν ό,τι έβρισκαν. Χρήματα όμως δεν είχαν βρει, οπότε ξεκίνησαν να βασανίζουν τον παπά, προκειμένου να τους πει πού τα είχε κρύψει. Μια από τις κόρες του παπα-Λάμπρου, η Παναγιώτα, κατάφερε να κατέβει κρυφά στο κατώι και από έναν φεγγίτη άρχισε να φωνάζει, καλώντας σε βοήθεια.

Το χωριό ξύπνησε και οι άντρες ανήσυχοι πήραν τα τουφέκια και άρχισαν να ρίχνουν, με αποτέλεσμα να φοβηθούν οι κλέφτες και να το βάλουν στα πόδια. Δύο από αυτούς, όμως, τραυματίστηκαν και, μάλιστα, ο ένας θανάσιμα. Εξαιτίας του θανάτου του κλέφτη έγινε μεγάλος ντόρος σε ολόκληρη την Πυλία και ένας χωριάτης έφτιαξε το τραγούδι, που ζει μέχρι τις ημέρες μας, με κάποιες παραλλαγές στους στίχους σε ορισμένες περιπτώσεις.

Αυτό είναι το γεγονός στο οποίο αναφέρεται η χιλιοτραγουδισμένη «Παπαλάμπραινα», ωστόσο η ιστορία έχει και συνέχεια. Το παιδί που πήγαινε σχολείο στην Πύλο, ο Νικολάκης, μετά το δραματικό περιστατικό πήγε και έμεινε στην Αθήνα, στο σπίτι του δημάρχου Μπενάκη. Εκεί έκανε τις σπουδές του και όταν τελείωσε, ζήτησε να γίνει αστυνομικός διοικητής της επαρχίας Πυλίας. Ίσως στο μυαλό του υπήρχε η σκέψη της εκδίκησης του Φιτσάλου, ο οποίος είχε πλέον γεράσει, αλλά φοβόταν μήπως οι Παπαλάμπροι κάνουν κακό στο γιο του.

Ο Φιτσάλος, αφού τον παρακίνησε και ένας Μανιάτης, αποφάσισε να πάει στον Νικολάκη Παπαλάμπρο, να του ζητήσει συγνώμη και να του φιλήσει τα πόδια. Εκείνος όμως του είπε: «Φύγε βρωμόσκυλο, πήγες να μας ξεκληρίσεις και τώρα ζητάς συγνώμη;». Μετά όμως το παιδί του Φιτσάλου απέκτησε το δικό του παιδί και κάλεσε τον Νικολάκη να το βαφτίσει. Έτσι έσβησε αυτή η βεντέτα…

Οι αυθεντικοί στίχοι του τραγουδιού:
Στου Παπαλά, Παπαλάμπραινα,
στου Παπαλάμπρου την αυλή,
στου Παπαλάμπρου την αυλή,
είναι μια μάζεψη πολλή.

Καν ο παπάς, Παπαλάμπραινα,
καν ο παπάς είν’ άρρωστος,
καν η παπαδιά πεθαίνει,
Παπαλάμπραινα καημένη.
Ούτ’ ο παπάς, Παπαλάμπραινα,
ούτε ο παπάς είν’ άρρωστος,
ούτ’ η παπαδιά πεθαίνει,
Παπαλάμπραινα καημένη.

Οι κλέφτες, τους, Παπαλάμπραινα,
οι κλέφτες τους εγδύσανε,
οι κλέφτες τους εγδύσανε,
και τα λεφτά ζητήσανε.

Μια λυγερή, Παπαλάμπραινα,
μια λυγερή εφώναξε,
μια λυγερή εφώναξε,
τους κλέφτες, τους εφώναξε.



Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Κόλιας Νικόλας Πλαπούτας, το «τέκνον του Έρωτος και της Ανδρείας». (1735 - 1827)


Ο Κόλιας-Νικόλας Πλαπούτας γεννήθηκε περίπου το 1735 στο Σουλιμά – σήμερα Άνω Δώριο- της ορεινής Τριφυλίας, στη Μεσσηνία. Σύμφωνα με τον Γορτύνιο ιστορικό Τάκη Κανδηλώρο: «Ο Κόλιας είναι ίσως η περιεργοτέρα Γορτυνιακή φυσιογνωμία της τουρκοκρατείας δια την μυστηριώδην και μυθικήν ούτως ειπείν εμφάνισιν του και δια την απέριττον και βιαιότατην δράσιν του». Η παράδοση μεταφέρει ότι ήταν γιος του Σουλιμιώτη Γιωργάκη Πλαπούτα. Ο Κόλιας έζησε στο Σουλιμά μέχρι τα δεκαεπτά του χρόνια. Μεγάλωσε και ανδρώθηκε με όλες τις συνήθειες του χωριού. Το ανυπότακτο βοσκόπουλο γαλουχήθηκε με το ιδανικό να ζει ελεύθερος και με την επιθυμία να απολαμβάνει τις χαρές της ζωής, όπως τα ακριβά άρματα, τα καλά άλογα και τις όμορφες γυναίκες. Η παρουσία του στο χωριό άρχισε να προβληματίζει τους Τούρκους. Μια μέρα -κατά την παράδοση- ο Κόλιας είδε έναν Τούρκο σπαή (φοροεισπράκτορας) να δέρνει αλύπητα ένα Σουλιμιώτη ραγιά, αγρίεψε και με μια μαχαιριά σκότωσε τον Τούρκο. Αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό και πήγε στο Δραγώι, στα λημέρια του καπετάν Θανάση Τζαβέλλα όπου έμεινε κοντά του δυο χρόνια.
Ένα ερωτικό περιστατικό με θύμα τον αγά της περιοχής και πρωταγωνιστές τους Τζαβελαίους και τον Κόλια ανάγκασε το νεαρό κλεφτόπουλο να πάρει το δρόμο του φευγιού. Μαρτυρίες μεταφέρουν ότι οι Τζαβελαίοι είχαν μια πανέμορφη αδερφή,την οποία είδε ο μπέης της Παύλιτσας και την ερωτεύθηκε. Έστειλε ανθρώπους του να τη ζητήσουν από τον πατέρα και τα αδέρφια της. Αυτοί αρνήθηκαν και ο μπέης τους απείλησε. Πρόσφερε μεγάλα χρηματικά ποσά σε όποιον θα κατάφερνε να να την πάει στον πύργο του, αλλά και πάλι δεν τα κατάφερε. Όταν έλειπαν τα αδέρφια της, παραφύλαξε με ανθρώπους του και την έκλεψε. Η περήφανη Τζαβελοπούλα για να μην τη μαγαρίσει μπέης, έμπηξε ένα μικρό μαχαίρι στην καρδιά της και αυτοκτόνησε. Τα αδέρφια της ορκίστηκαν να εκδικηθούν. Στο πανηγύρι του Αγίου Δημητρίου, στο Μαυρομάτι, όταν περνούσε ο μπέης με όλη του τη συνοδεία και τα σκυλιά του, στη θέση Βάλια-Μπόικα, του έστησαν καρτέρι. Ο Κόλιας έριξε στα σκυλιά ψημένο κρέας και οι Τζαβελαίοι όρμησαν στους Τούρκους. Τον μπέη τον έκαναν κομμάτια και τον πέταξαν στα σκυλιά. Μετά από το περιστατικό, που έγινε τον Οκτώβριο του 1755, ο Κόλιας για να αποφύγει τα αποσπάσματα, βγήκε στο βουνό κλέφτης. Επειδή δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα περιπλανήθηκε στα αλβανόφωνα χωριά της Ηραίας, Παπαδά, Σέρβου και Σαρακήνι και κατέληξε στον οικισμό Παλούμπα.
Διορίστηκε από τον Γιάννη Δεληγιάννη αρχικά ως ταχυδρόμος της Λιοδώρας. Ο ίδιος συνδέθηκε με άλλους ονομαστούς κλέφτες του Μοριά, όπως τον Ζαχαριά, τον Κωνσταντή Κολοκοτρώνη και τους Πετιμεζαίους και συμμετείχε ενεργά στην εξέγερση των Ορλωφικών του 1770. «Τέκον του Έρωτος και της Ανδρείας» Ο βιογράφος του Κόλια Πλαπούτα, ο Φαλέζ (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, γιος του Γενναίου Κολοκοτρώνη), γράφει ότι ο Κόλιας ήταν: «Τέκνον του Έρωτος και της Ανδρείας». Τον εγέννησε ο έρως μετά της ανδρείας Πάσα ημέρα πόλεμο πάσα μήνα γυναίκα Ο Γ. Καρπούζος στη βιογραφία του ήρωα παινεύει τον θαυμασμό του για τις όμορφες και φλογερές γυναίκες, συγκρίνοντας τον με τον άλλο μεγάλο εραστή της επαναστατικής περιόδου, τον αρματωλό Ζαχαριά. Ο Κανδηλώρος από την άλλη σημειώνει ότι : «…ο έκτροπος ιδιωτικός βίος του Κόλια κατέστη παροιμιώδης». Και αναφέρει ένα περιστατικό: Ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι μιας Κυριακής κατέφτασε στην Παλούμπα μια γαμική συνοδεία. Ο Κόλιας θαμπώθηκε από την ομορφιά της νύφης και τα παράδοξα που ακολούθησαν ήταν πολλά. Σκεπτόμενος ότι ήταν αδύνατον να φτάσουν στο χωριό του γαμπρού αυθημερόν προσφέρθηκε να τους φιλοξενήσει. Ο Τούρκος εισπράκτορας, συγγενής της νύφης έπεσε στην παγίδα του Κόλια. Λέγεται ότι ο Κόλιας φιλοξενούσε στον πύργο του Τούρκους εισπράκτορες. Χρησιμοποιούσε μια μέθοδο για να τους μεθύσει. Κάθονταν όλοι κάτω σταυροπόδι και συναγωνίζονταν ποιος θα μείνει ακίνητος ως το τέλος του τσιμπουσιού. Ο ίδιος όμως έδινε στους Τούρκους να πιουν κρασί ή ρακί ενώ ο ίδιος έπινε…νερό! Έτσι μεθούσε τους Τούρκους «εις βαθμόν αποκτηνώσεως». Χρησιμοποιώντας ως άλλοθι τον μεθυσμένο συγγενή της νύφης δημιούργησε ένα επεισόδιο προσπαθώντας να αρπάξει την κοπέλα για να την…χαρεί. Το σχέδιο όμως απέτυχε και η οικογένεια κατηγόρησε τον Πλαπούτα για την ανήκουστη πράξη του.
Ο Κόλιας άργησε να κάνει δική του οικογένεια. Από τη μια η άστατη ερωτική του ζωή, από την άλλη τα κυνηγητά, δεν τον άφησαν να δημιουργήσει νωρίς τη δική του οικογένεια. Κόντευε να φτάσει τα πενήντα όταν αποφάσισε να παντρευτεί την Κυράτσω, την κόρη του Γιώργη Τζώρτζη. Με την Κυράτσω απέκτησε πέντε παιδιά. Τον Γεωργάκη-τον ήρωα του Λάλα, τον Δημητράκη-τον ανδρείο στρατηγό της Επανάστασης και τρεις κόρες. Ο βιογράφος του, Φαλέζ γράφει ότι σε κάποια μάχη με τους Λαλαίους αιχμαλώτισε μια πανέμορφη Αρβανιτοπούλα, τη Λιόσια, την οποία έφερε σπίτι και διατήρησε ως μη νόμιμη σύζυγό του (παλλακίδα). Η όμορφη κοπέλα ήταν κατά πολύ νεότερη του και στάθηκε πιστή στον Κόλια ως τα βαθιά του γεράματα. Μέχρι το θάνατο του απέκτησε μαζί της τρία παιδιά, δύο αγόρια, τον Παρασκευά και τον Θανάση και μια κόρη, την Παγώνα. Όλα τα παιδιά του Κόλια ήταν αγαπημένα μεταξύ τους. Από όλα του τα αγόρια αυτός που του έμοιαζε περισσότερο ήταν ο Παρασκευάς. Ο Κόλιας υπήρξε ασυγκράτητος ερωτικά. Πολλές ερωμένες του τις έφερνε στο σπίτι προκαλώντας την αντίδραση των «νόμιμων» αγοριών του. Η Λιόσια εκμεταλλευόμενη τον έρωτα που έτρεφε για εκείνη ο Κόλιας κατάφερε να επιβληθεί και εξουσίαζε τους πάντες μέσα στον πύργο. Αυτό ενοχλούσε ιδιαίτερα τον Δημητράκη Πλαπούτα που λάτρευε την μάνα του, Κυράτσω και δεν άντεχε να την βλέπει να απαξιώνεται από την ερωμένη του πατέρα του. Μια μέρα άρπαξε τον πλάστη και την χτύπησε δυνατά στο κεφάλι. Για να γλυτώσει από τη μανία του πατέρα του έφυγε από το σπίτι και βρήκε καταφύγιο στα Κολοκοτρωνεϊκα, που διατηρούσαν από παλιά οικογενειακές σχέσεις. Ο Δημητράκης όσο καιρό έμεινε εκεί ερωτεύτηκε τη μικρή κόρη της οικογένειας, Στεκούλα και θέλησε να την παντρευτεί. Ο Κόλιας που αγαπούσε ιδιαίτερα τον Δημητράκη, έμαθε για το ειδύλλιο με την Στεκούλα και έστειλε τον Γεωργάκη να τον φέρει πίσω λέγοντας: «Δεν έπαθε τίποτα από το πλαστήρι η δεύτερη μάνα σας. Αλλά και να πάθαινε, δεν χάθηκαν από την πλάση οι γυναίκες».
Έμεινε παροιμιώδης στην ιστορία ο φόβος του ατρόμητου Κόλια για τη θάλασσα. Την εποχή του κατατρεγμού των κλεφτών αρνήθηκε να να πάει στη Ζάκυνθο με το καΐκι γιατί φοβήθηκε να μην πνιγεί και επέστρεψε στην Παλούμπα. Ακόμα και σήμερα στην Πελοπόννησο, όταν θέλει κάποιος να αποφύγει κάτι που δεν του αρέσει ή τον φοβίζει λέει: «Μπαίνει ο Κόλιας στο καΐκι;» Η έναρξη του Αγώνα βρήκε τον Κόλια στην Παλούμπα. Σε προχωρημένη ηλικία ευλόγησε τα παιδιά στην Επανάσταση και έσπευσε πάνω σε ξυλοκρέβατο, σε ηλικία 86 χρόνων, στην πολιορκούμενη Τριπολιτσά για να δώσει συμβουλές στον Κολοκοτρώνη, ώστε να πέσει πιο γρήγορα στα χέρια των Ελλήνων. Ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η επιδρομή και η καταστροφή της Γορτυνίας από τον Ιμπραήμ, τα παιδιά του για ασφάλεια τον μετέφεραν στη μονή Προδρόμου, κοντά στη Δημητσάνα και εκεί πέθανε το 1827 σε ηλικία περίπου 92 ετών. Αυτός ήταν ο Κόλιας Πλαπούτας, ο πολέμαρχος του Μοριά.

ΠΗΓΗ: «Τα ερωτικά του ’21» του Κυριάκου Σκιαθά. Εκδόσεις: «διαπολιτισμός».