ΤΡΥΠΗΤΗ(ΜΠΙΤΖΙΜΠΑΡΔΙ 'Η ΙΣΟΒΑ): " Ίσταται κατά τον βορράν, στηριζόμενο επί φυσικού μπαλκονίου, εξόχως μεγαλοπρεπής και η περικλείουσα αιώνια βλάστηση αποτελεί τον μανδύα του. Αυτός λάμπει και απαστράπει εις όλα τα παιχνίδια των χρωμάτων εις καθημερινό θέαμα και ακτινοβολεί ως φαιοπράσινη φλόγα υπό τας πρωϊνάς αχτίδας του ηλίου".

''Πρός άρκτον δ' 'ομορα ήν τω Πύλω δύο πολίδια Τριφυλιακά 'Υπανα και Τυπανέαι και ποταμοί δε δύο εγγύς ρέουσι, ο τε Δαλίων (Διάγων) και ο Αχέρων εκβάλοντες εις τον Αλφειόν"
(Στράβων Η΄3,15)

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Αισώπου Μύθοι: Ο Αετός καί Κολοιός καί Ποιμήν.


Ένας Αϊτός χίμηξε κάτω από ψηλό βράχο κι άρπαξ΄ έν' αρνί και μια καλιακούδα που το παρατήρησε ζήλεψε και θέλησε να κάμει το ίδιο, χύθηκε λοιπόν με πολύ σάλαγο κι έπεσε απάνω σ' ένα κριάρι. Μα τα νύχια της γαντζώθηκαν μέσα στα μαλλιά και μην μπορώντας να ξεμπλέξει τίναζε τα φτερά της, ώσπου ο βοσκός παρατήρησε τι είχε γίνει, έτρεξε λοιπόν, την έπιασε και, αφού της έκοψε τα ακροφτέρουγα, την πήγε, σα βράδιασε στα παιδιά του. Κι όταν τα παιδιά τον ρωτούσαν τι πουλί ήταν, εκείνος τους είπε "εγώ ξέρω καλά πως είναι καλιακούδα, το ίδιο θέλει να είναι αϊτός".
Έτσι όποιος παραβγαίνει με τους ανωτέρους του δεν είναι μόνο που δεν καταφέρνει τίποτα, κοντά στην συμφορά γίνεται και γελοίος και θεωρώ πως κάθε ομοιότητα με την εποχή που που ζούμε είναι εντελώς τυχαία και  πέραν των προθέσεων του υπογράφοντος.

Ο Αίσωπος και οι Μύθοι του.

Θα ξεκινήσω μια νέα ενότητα με θέμα τον Αίσωπο και τους μύθους του που μεγάλωσαν γενιές και γενιές ανθρώπων πάνω στην γη πάνω από 2500 χρόνια, θα εντάσσεται μεν μέσα στην ετικέτα Αρχαία Ελλάδα, όμως είναι μια συλλογή που από μόνη της είναι ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Λίγα λόγια για τον μυθοποιό είναι απαραίτητα να γνωρίζουμε ως ελάχιστο φόρο τιμής.


Ο Αίσωπος ήταν αρχαίος Έλληνας μυθοποιός και μυθογράφος. Θεωρείται ιδρυτής του λογοτεχνικού είδους που σήμερα ονομάζεται παραβολή ή αλληγορία. Για τη ζωή του δεν υπάρχουν ακριβείς και συγκεκριμένες πληροφορίες, από πολλούς μάλιστα αμφισβητείται ακόμη και η ύπαρξή του.
Είναι ο διασημότερος από τους αρχαίους μυθοποιούς, αναμφισβήτητος πατέρας του αρχαίου μύθου. Θεωρείται επίσης ο κορυφαίος της λεγόμενης διδακτικής μυθολογίας. Δεν έγραψε κανέναν από τους μύθους αλλά τους διηγόταν προφορικά.
Τη βιογραφία του Αισώπου συνέγραψε τον 14ο μ.Χ. αιώνα ο μοναχός Μάξιμος Πλανούδης και περιέχονται σ' αυτή πολλά ανέκδοτα για τη ζωή και την εν γένει δράση του.
Η γέννησή του τοποθετείται τον 7ο αιώνα π.Χ, η δράση του όμως τον 6ο αιώνα π.Χ. και Όπως ακριβώς και με τον Όμηρο πολλές πόλεις και χώρες ερίζουν θέλοντάς τον δικό τους: τόπος καταγωγής του αναφέρεται η Φρυγία, ενώ σύμφωνα μ' άλλους γεννήθηκε στη Σάμο ή τη Θράκη, τις Σάρδεις, την Αίγυπτο ή και άλλες περιοχές της Αφρικής, όπως την Αιθιοπία, στηριζόμενοι στο ότι στις ιστορίες του εμφανίζονται ζώα άγνωστα τότε στην Ευρώπη και την Αφρική. Ο μεγάλος αριθμός των τόπων αυτών δικαιολογείται και από τα πολλά ταξίδια που φέρεται να έκανε ο Αίσωπος.
Μεταγενέστερες μαρτυρίες τον αναφέρουν να παίρνει μέρος στο συμπόσιο των Επτά σοφών και να ελέγχει με την ευφυολογία και τη σοφία του τους λόγους τους. Επίσης τον φέρουν στις Σάρδεις στην αυλή του βασιλιά Κροίσου, του οποίου ήταν ευνοούμενος και σύμβουλος.
O Αίσωπος ήταν ταπεινής καταγωγής (ο θρύλος τον παρουσιάζει ως κακόμορφο) και πραγματικό τέρας ασχήμιας: μαυριδερός, καμπούρης, τραυλός, κοντόλαιμος, στραβοπόδης με μύτη πλακουτσωτή και κεφάλι τριγωνικό, αλλά παράλληλα ήταν ευφυέστατος. Παρ' ότι όσο ζούσε ήταν δούλος, οι Αθηναίοι του έστησαν αργότερα ανδριάντα, για να δείξουν έτσι ότι κάθε άνθρωπος αξίας πρέπει, ανεξάρτητα από τη καταγωγή του, να τιμάται.
Ο Αίσωπος γεννήθηκε κατά πάσα πιθανότητα, από οικογένεια δούλων, το 625 π.Χ., στο Αμόριο της Φρυγίας, ήταν δούλος του φιλόσοφου Ιάδμονα, έζησε στη Σάμο, ταξίδεψε στην Αίγυπτο και την Ανατολή και πέθανε στους Δελφούς, όπου είχε σταλεί από το βασιλιά Κροίσο γα να λάβει χρησμό του μαντείου το 560 π.Χ. Κατηγορήθηκε για ιεροσυλία και καταδικάστηκε σε θάνατο από ιεροδικαστές. Γκρεμίστηκε δε από τη κορφή του Παρνασσού. Οι εκδοχές ως προς τους λόγους του θανάτου του, είναι αρκετές και διαφορετικές.
Πρωταγωνιστές στους μύθους του Αισώπου είναι, κατά το πλείστον, ορισμένα ζώα, όπως η αλεπού, ο λύκος, το λιοντάρι, το ελάφι κ.ά. Κυρίως είναι διάλογοι μεταξύ ζώων που μιλούν κι ενεργούν σαν άνθρωποι, ενώ υπάρχουν και μερικοί με ανθρώπους ή θεούς. Πρόκειται για μικρά οικιακά αφηγήματα, διατυπωμένα με μεγάλη συντομία. Ο χαρακτήρας τους είναι ηθικοδιδακτικός, συμβολικός κι αλληγορικός. Οι Μύθοι αυτοί έχουν ιδιαίτερη χάρη, θαυμαστή απλότητα κι άφταστη διδακτικότητα. Είναι παρμένοι από τη καθημερινή ζωή και τη φύση. Είχε τη μοναδική ικανότητα να δίνει στα ζώα ανθρώπινες ιδιότητες, ψυχή και λαλιά, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείς ότι οι μύθοι του ήταν κάποτε η πραγματικότητα και όλα αυτά που διηγείται έχουν συμβεί. Βασικό χαρακτηριστικό των διηγήσεών του ήταν το επιμύθιο το οποίο ήταν εύληπτο για τα παιδιά και το λαό.
Επιλογή μύθων του Αισώπου σε πεζό λόγο εξέδωσε ο Δημήτριος ο Φαληρεύς στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. Η συλλογή αυτή δε σώζεται και μόνο ποιητικές επεξεργασίες του Βαβρίου στα ελληνικά, του Φαίδρου στα λατινικά κι άλλων, διέσωσαν το υλικό της επιτομής εκείνης. Όλες οι σωζόμενες σήμερα συλλογές είναι πολύ μεταγενέστερες και προέρχονται από τον 1ο ή 2ο αιώνα κι έπειτα. Οι μύθοι του έχουν συγκεντρωθεί σε «Συλλογή Αισώπειων Μύθων».
Πρώτη φορά εκτυπώθηκαν στο Μιλάνο το 1479 μ.Χ., στην Βενετία το 1525 και 1543 από την οικογένεια τυπογράφων Damiano di Santa Maria ενώ ακολούθησε μία έκδοση στο Παρίσι το 1547. Ο Κοραής τους τύπωσε το 1810 στο Παρίσι κι ακολούθησε κριτική έκδοση το 1852 στη Λειψία από τον Χαλμ. Έκτοτε πολλές εκδόσεις παρουσιάστηκαν κι οι Μύθοι πιστεύεται πως έχουν διαβαστεί παγκοσμίως σχεδόν όσο κι η Βίβλος. Η πιο πρόσφατη έκδοση τους έγινε από τον βρετανικό εκδοτικό οίκο Penguin (1997) σε 50.000 αντίτυπα. Η απόδοση τους στη νέα ελληνική γλώσσα έγινε από τους Ανδρόνικο Νούκιο και Γεώργιο Αιτωλό, που έζησαν τον 16ο αιώνα.
Υπό το όνομα του Αισώπου υπάρχει ένα επίγραμμα στην Παλατινή Ανθολογία (Χ 123)
Εν μέρει πηγή: wikipedia

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Το περίφημο αρχαιοελληνικό τυρογλυκό ή Αγγλιστί Cheesecake!


Το τυρογλυκό ή Αγγλιστί cheesecake θεωρείται πως ήταν πολύ διαδεδομένο γλυκό στην Αρχαία Ελλάδα.  Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι το πρώτο cheesecake το έφτιαξαν στη Σάμο, περί το 2000 π.Χ. Για πολλούς αιώνες το γλυκό δεν προσφερόταν σε συμπόσια, αλλά αποτελούσε αποκλειστικά τροφή για… νύφες και αθλητές. Μάλιστα, ήταν επίσημη τροφή των αθλητών που συμμετείχαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 776 π. Χ. καθώς αποτελούσε πηγή ενέργειας χωρίς πρόσθετα λίπη.
Ωστόσο, οι πρώτες συνταγές του διάσημου γλυκού χρονολογούνται τον 3ο αιώνα π.Χ, όταν το όνομα του εδέσματος ήταν «πλακουντοπουκόν». Η πρώτη συνταγή για το cheesecake που έχει καταγραφεί είναι από τον Αθήναιο, με τίτλο «πλακουντοπουκόν σύγγραμμα» και χρονολογείται γύρω στο 230 π. Χ.
Η συνταγή, όπως αναφέρει ο Αθήναιος, είχε ως εξής:

«Χτυπάτε το τυρί όσο χρειαστεί, το ανακατεύετε με βρεγμένο αλεύρι, μέχρι να γίνει απαλό σαν χυλός. Το απλώνετε στο σκεύος, ρίχνετε μέλι και το βάζετε σε πάγο. Πρέπει να το φάτε δροσερό, μόνο δροσερό!»

Αργότερα , ο ρωμαίος πολιτικός Marcus Porcius Cato (Cato the Elder) έγραψε  το De Agri Cultura , που είναι το αρχαιότερο σωζόμενο έργο της Λατινικής πεζογραφίας. Σε αυτό το έργο αναφέρει συνταγές για 2 κέικ που χρησιμοποιούνταν για θρησκευτικούς σκοπούς. Το ένα από αυτά ( το placenta), μοιάζει με τα σημερινά cheesecake που έχουν σαν βάση μείγμα  που ψήνεται χωριστά και είναι τραγανό. Αιώνες μετά, στην Νέα Υόρκη του 19ου αιώνα, έκανε την εμφάνιση του το cheesecake με τον ελαφρύ συνδιασμό τυριού κρέμας και Ιταλικών τυριών, αλλά και το ντελικάτο άρωμα των λεμονιών.
Η κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ. απετέλεσε ορόσημο για τη διάδοση του γλυκού, το οποίο ήταν από τα πρώτα… πιάτα που υιοθέτησαν οι Ρωμαίοι από τους Έλληνες. Μάλιστα, ενώ αρχικά η συνταγή για το γλυκό παρέμεινε ίδια, η ονομασία του προσαρμόστηκε στα λατινικά κι έγινε «placenta». Στη συνέχεια η Placenta άρχισε να ψήνεται σε φούρνους, κάτι που δε γινόταν στην Αρχαία Ελλάδα, όπου το γλυκό το προσέφεραν παγωμένο. Στη Ρώμη, επίσης, το γλυκό προσφερόταν και σε ναούς, ως δώρο για τους θεούς, με ο όνομα «libum».
Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το cheesecake διαδόθηκε εκτενώς από το 1.000 μ.Χ. κι έπειτα στη Βορειοδυτική Ευρώπη.
Ο Αθήναιος γράφει χαρακτηριστικά στους "Δειπνοσοφιστές":

"...πλακούντων δὲ ὀνόματα πολλῶν καταλεξάντων, ὅσων μέμνημαι τούτων σοι καὶ μεταδώσω, οἶδα δὲ καὶ Καλλίμαχον ἐν τῷ τῶν παντοδαπῶν συγγραμμάτων Πίνακι ἀναγράψαντα πλακουντοποιικὰ συγγράμματα Αἰγιμίου καὶ Ἡγησίππου καὶ Μητροβίου, ἔτι δὲ Φαίστου. ἡμεῖς δὲ ἃ μετεγράψαμεν ὀνόματα πλακούντων τούτων σοι καὶ μεταδώσομεν, οὐχ ὡς τοῦ ὑπ᾽ Ἀλκιβιάδου πεμφθέντος Σωκράτει ὃν Ξανθίππης καταπατησάσης, γελάσας ὁ Σωκράτης ‘ οὐκοῦν, ἔφη, οὐδὲ σὺ μεθέξεις τούτου.’ τοῦτο δὲ ἱστόρησεν Ἀντίπατρος ἐν τῷ πρώτῳ περὶ Ὀργῆς. ‘ ἐγὼ δὲ φιλοπλάκουντος ὢν οὐκ ἂν περιεῖδον’ τὸν θεῖον ἐκεῖνον ἐξυβριζόμενον πλακοῦντα. μνημονεύων οὖν ὁ κωμικὸς Πλάτων εἴρηκεν ἐν τῷ Ποιητῇ οὕτως [p. 476]
μόνος δ᾽ ἄγευστος, 
ἄσπλαγχνος ἐνιαυτίζομαι, ἀπλάκουντος, ἀλιβάνωτος.
ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τῆς κώμης ἀμνήμων εἰμὶ ἣν Πλακοῦντά φησι καλεῖσθαι Δημήτριος ὁ Σκήψιος ἐν δωδεκάτῳ Τρωικοῦ Διακόσμου, τῶν Ὑποπλακίων Θηβῶν φάσκων αὐτὴν ἀπέχειν σταδίους ἕξ. περισπαστέον δὲ λέγοντας πλακοῦς τὴν ὀνομαστικὴν συνῄρηται γὰρ ἐκ τοῦ πλακόεις, ὡς τυρόεις τυροῦς, σησαμόεις σησαμοῦς. εἴρηται δὲ κατ᾽ ἔλλειψιν τοῦ ἄρτος. ὅτι δὲ καλοὺς πλακοῦντας ἐν Παρίῳ τοῦ ῾ Ἑλλησπόντου φαγεῖν ἔστιν οἱ ἐπιδημήσαντες μαρτυρήσουσιν. Ἄλεξις γὰρ πεπλάνηται λέγων τοὺς ἐκ Πάρου: λέγει δὲ οὕτως ἐν τῷ ἐπιγραφομένῳ Ἀρχιλόχῳ:
ὦ τὴν εὐτυχῆ ναίων Πάρον, ὄλβιε πρέσβυ, 
ἣ κάλλιστα φέρει χώρα δύο τῶν συναπασῶν, 
κόσμον μὲν μακάρεσσι λίθον, θνητοῖς δὲ πλακοῦντας.
ὅτι δὲ καὶ οἱ Σάμιοι διαφέροντές εἰσι πλακοῦντες Σώπατρος ὁ φλυακογράφος φησὶν ἐν Βακχίδος Μνηστῆρσιν
πλακουντοποιὸν ὠνομασμένην Σάμον.


Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Και το τραγούδι, από τον Ζαγοραίο!


"Κακούργα πεθερά", "Καημένε Αθανασόπουλε τι σου ΄μελε να πάθεις" (Ιάκωβος Μοντανάρης, 1931)!



Έτος 1931. Είναι οι πρώτες μέρες του Γενάρη, κάνει πολύ κρύο και ένα σπίτι στην συμβολή των οδών Θησέων και Αγίων Πάντων, στου Χαροκόπου, είναι σκοτεινό και μέσα σε αυτό ο Δημήτρης Αθανασόπουλος βίαζε την γυναίκα του Φούλα. Εκείνη ήταν 25 ετών, πανέμορφη και είχε παντρευτεί τον Αθανασόπουλο μετά από παρότρυνση της μητέρας της Άρτεμις Κάστρου η οποία τύγχανε και ερωμένη του μέλλοντος γαμπρού της. Με την είδηση του γάμου της καλονής Φούλας θλίψη είχε κατακλύσει δεκάδες υποψήφιους μνηστήρες.
Εκείνο το βράδυ η Φούλα τρέχει στην μητέρα της και με κλάματα της λέει πως δεν μπορεί άλλο το κτήνος που της φόρτωσε. Η μητρική αγάπη υπερίσχυσε του παράνομου έρωτα και φωνάζει, ευθύς αμέσως, τον 18άχρονο ανιψιό της Δημήτρη Μοσκιό για να σκοτώσει τον Αθανασόπουλο. Ο Μοσκιός ήταν και αυτός μέσα στους ερωτοχτηπημένους θαυμαστές της Φούλας. Το επόμενο βράδυ ο Μοσκιός σκοτώνει τον Αθανασόπουλο την ώρα που κοιμάται και η Φούλα με την βοήθεια της υπηρέτριας καίει το πτώμα του. Η μυρωδιά, όμως και ο υπερβολικός καπνός τις αναγκάζει να σβήσουν την φωτιά. Τεμαχίζουν το πτώμα  και δύο "θαυμαστές" της Φούλας πετούν τα κομμάτια στον Ιλισό. Τα κομμάτια του πτώματος θα σκαλώσουν και θα τα βρεί ένας περαστικός ο οποίος θα ειδοποιείσει την αστυνομία που συλλαμβάνει την Φούλα. Θα γίνει δικαστήριο και η Φούλα θα φυλακιστεί. Η ομορφιά της όμως θα την βοηθήσει να περνάει καλά, για δέκα χρόνια, αφού την ερωτεύτηκε ο διοικητής της φυλακής.
"Αι δύο φόνισσαι ενώπιον της δικαιοσύνης  -Ο Μοσκιός θα εμφανισθή ως θύμα του έρωτος - Το όνειρον της πενθεράς και η φιλαρέσκεια της Φούλας - Η υπεράσπισις θα ζητήση την αθώωσιν των φονέων -Έφθασαν και ξένοι ανταποκριταί δια την δίκην", έγραφε η εφημερίδα "Η Ελληνική".
Το φρικτό έγκλημα θα συνταράξει την συντηρητική αθηναϊκή κοινωνία και έμεινε στην ιστορία χάρη σε ένα τραγούδι που αναφέρεται σ' αυτό. Ο Ιάκωβος Μοντανάρης θα το κάνει τραγούδι και ο Κώστας Φέρρης θα πει: Το "Τραγούδι του Αθανασόπουλου" του Γιακουμή Μοντανάρη έχει το μεγαλύτερο ρεκόρ πωλήσεων  για πάντα, "κατ΄αναλογίαν". Πούλησε περισσότερους δίσκους από τον αριθμό των υπαρχόντων γραμμοφώνων στην Ελλάδα. Την μουσική έγραψε ο Μάρκος Βαμβακάρης. Λέγεται πως όλοι οι γαμπροί που είχαν κακές πεθερές έστηναν γλέντια με το τραγούδι αυτό και στο τέλος έσπαγαν τον δίσκο- η αλλιώς πλάκα- στα πόδια της πεθεράς, και έτσι έμεινε η έκφραση "θα σπάσω πλάκα".