ΤΡΥΠΗΤΗ(ΜΠΙΤΖΙΜΠΑΡΔΙ 'Η ΙΣΟΒΑ): " Ίσταται κατά τον βορράν, στηριζόμενο επί φυσικού μπαλκονίου, εξόχως μεγαλοπρεπής και η περικλείουσα αιώνια βλάστηση αποτελεί τον μανδύα του. Αυτός λάμπει και απαστράπει εις όλα τα παιχνίδια των χρωμάτων εις καθημερινό θέαμα και ακτινοβολεί ως φαιοπράσινη φλόγα υπό τας πρωϊνάς αχτίδας του ηλίου".

''Πρός άρκτον δ' 'ομορα ήν τω Πύλω δύο πολίδια Τριφυλιακά 'Υπανα και Τυπανέαι και ποταμοί δε δύο εγγύς ρέουσι, ο τε Δαλίων (Διάγων) και ο Αχέρων εκβάλοντες εις τον Αλφειόν"
(Στράβων Η΄3,15)

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Η Παγκόσμια Οικονομία!



Σοσιαλισμός: Έχεις δύο αγελάδες και δίνεις την μία στον γείτονά σου.
Κομμουνισμός: 'Έχεις δύο αγελάδες, η κυβέρνηση παίρνει και τις δυο και σου δίνει λίγο γάλα.
Φασισμός: Έχεις δύο αγελάδες, η κυβέρνηση παίρνει και τις δύο και σου πουλά λίγο γάλα.
Ναζισμός: Έχεις δύο αγελάδες, η κυβέρνηση παίρνει και τις δύο και σε σκοτώνει κιόλας.
Γραφειοκρατία: Έχεις δύο αγελάδες, η κυβέρνηση παίρνει και τις δύο, σκοτώνει την μία , αρμέγει την άλλη και στο τέλος πετά το γάλα.
Καπιταλισμός: Έχεις δύο αγελάδες, πουλάς τη μία, αγοράζεις έναν ταύρο, πολλαπλασιάζεις το κοπάδι και η οικονομία αναπτύσσεται ομαλά. Στη συνέχεια, πουλάς όλο το κοπάδι γίνεσαι εισοδηματίας και περνάς ζάχαρη.
Αμερικανική Οικονομία: Έχεις δύο αγελάδες, πουλάς τη μία και αναγκάζεις την άλλη να παράγει γάλα όσο 4 αγελάδες. Αργότερα προσλαμβάνεις έναν εμπειρογνώμονα για να αναλύσει τους λόγους για τους οποίους η αγελάδα έπεσε νεκρή.
Γαλλική Οικονομία: Έχεις δύο αγελάδες, απεργείς γιατί θέλει και τρίτη.
Γιαπωνέζικη Οικονομία: Έχεις δύο αγελάδες και τις ανασχεδιάζεις έτσι ώστε να έχουν το 1/10 του μεγέθους τους και να παράγουν 20 φορές περισσότερο γάλα. Μετά σχεδιάζεις ένα έξυπνο καρτούν, το ονομάζεις Cowmon και το πουλάς σε όλο τον κόσμο.
Γερμανική Οικονομία: Έχεις δύο αγελάδες, και τις ανασχεδιάζεις έτσι ώστε να ζουν 100 χρόνια, να τρώνε μια φορά το μήνα και να αυτοαρμέγονται.
Ιταλική Οικονομία: Έχεις δύο αγελάδες αλλά δεν ξέρεις που είναι, έτσι κάνεις διάλειμμα για φαγητό.
Ρωσική Οικονομία: Έχεις δύο αγελάδες, τις μετράς και στην πραγματικότητα μαθαίνεις πως είναι 5. Τις ξαναμετράς και μαθαίνεις πως έχεις 42. Την τρίτη φορά μαθαίνεις πως έχεις δύο ξανά. Μετά σταματάς και ανοίγεις ένα μπουκάλι βότκα ακόμα.
Κινεζική Οικονομία: Έχεις δύο αγελάδες, 300 ανθρώπους να τις αρμέγουν, ισχυρίζεσαι ότι εξασφαλίζεις πλήρη απασχόληση και υψηλή παραγωγικότητα και συλλαμβάνεις τον δημοσιογράφο που δημοσιοποιεί τους παραπάνω αριθμούς.
Ινδική Οικονομία: Έχεις δύο αγελάδες, και απλά τις λατρεύεις αφού στην Ινδία αποτελεί ιερό ζώο.
Βρετανική Οικονομία: Έχεις δύο αγελάδες, όμως και οι δυο είναι τρελές.
Ελληνική Οικονομία: Έχεις δύο αγελάδες, τις πουλάς όσο όσο, τα χρήματα που παίρνεις τα δίνεις προκαταβολή να πάρεις ακριβό αυτοκίνητο το οποίο θα αποπληρώσεις σε 7.083 δόσεις.

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

49 χρόνια πρίν... 24-ΙΧ-1966!

ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΛΙΤΤΟΝ


Η εταιρεία Λίττον απέσυρε χθες τας προτάσεις της όπως αναλάβη την οικονομικήν ανάπτυξιν της Κρήτης και της Δυτικής Πελοποννήσου. [...] Ο υπουργός Συντονισμού κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εξέφρασε την λύπην του. […] Διά λόγους καθαράς κομματικής σκοπιμότητος, είπεν ο κ. Μητσοτάκης, τόσον η Ενωσις Κέντρου όσον και η ΕΔΑ κατεπολέμησαν την επιχειρηθείσαν συνεργασίαν διά τοιούτων μεθόδων, ώστε να αναγκάσουν την Λίττον να αποσύρη τας προτάσεις της [...]. Η Κυβέρνησις, είπεν ο κ. Μητσοτάκης, καταγγέλλει την πολιτικήν αυτήν, η οποία κατέληξεν εις την απομάκρυνσιν της Λίττον προς μεγάλην ζημίαν της προσπαθείας διά την οικονομικήν ανάπτυξιν της Κρήτης και της Δυτικής Πελοποννήσου. [...] Παράγοντες της Ενώσεως Κέντρου προσκείμενοι εις τον κ. Ανδρέαν Παπανδρέου, αναφερόμενοι εις τας δηλώσεις του κ. Μητσοτάκη [...], υπεστήριζον την νύκτα τα εξής: «Η εταιρία απέσυρε τας προτάσεις της, αφού απεκαλύφθη, κατά την συζήτησιν εις την βουλήν, ότι επρόκειτο περί τεχνάσματος εις βάρος του ελληνικού δημοσίου. Διότι απεδείχθη ότι η Λίττον ουδεμίαν υποχρέωσιν ανελάμβανε να πραγματοποιήση συγκεκριμένα έργα και ουδεμίαν κύρωσιν θα υφίστατο διά την μη πραγματοποίησιν [...].»
Όλες οι μετά '81 συμβάσεις βέβαια, ήταν πιο συμφέρουσες για το ελληνικό δημόσιο του Ανδρέα!
http://www.kathimerini.gr/

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Αλή Μουλάς - Δελγιώτης, Ιστορικό Διήγημα! (Γ΄Μέρος)

ΑΛΗ ΜΟΥΛΑΣ
Ιστορικό Διήγημα υπό Αγ. Τσελάλη  ( Ολυμπιακά Χρονικά 1970)

 Αγάπησε τούτη  την τουρκοπούλα την πεντάμορφη. Εδέθη με τα σαράγια, τα περβόλια, τα άτια, τους ανθρώπους. Έγινε ως μέστωνε και άντρυε και ομόρφαινε και δυνάμωνε, ο πρώτος στο Φανάρι, λατρεμένος άντρας της Εμινέ χανούμ. Κι όταν πέθανε ο Κορμπάς, έγινε αυτός αγάς του Φαναριού, πάμπλουτος και πανίσχυρος.
Θάμπωναν σιγά-σιγά μέσα του με τον καιρό, μέσα στις ηδονές, τις δόξες και τα πλούτια, τα παιδικά του χρόνια, οι δικοί του, το χωριό και μάκραιναν από το νου και την ψυχή του κι έσβεναν. Του Κοτυλίου οι κοιλάδες, τα φαράγγια, οι Βάσσες, της Νέδας οι όχθες, του Λυκαίου οι κορφές ήταν ανάμνηση θαμπή και μακρυνή. Και τώρα….
-Ίκινι!...Να φύγουμε!....Μας έζωσε η κλεφτουριά!!...
-Εσήκωσαν κεφάλι οι ραγιάδες να κόψουν τα κεφάλια μας, να πάρουνε το βιος μας…
Φωνές έξω από το σαράγι. Φώναζαν οι Φαναρίτες τούρκοι, τρίγγλιζε, έκλαιγε η Εμινέ χανούμ δίπλα του.
-Δε στο είπα μπουκουράκο μου, δε στο είπα εγώ, αγά μου, να πάμε στη Τρομπολιτζά, να μπούμε μέσ’ στου Λάλα, όπου έχω πολλούς δικούς, αδέρφια και ξαδέρφια;
-Αδέρφια και ξαδέρφια!...Πικρογέλασε με πόνο ο Αλή Μουλάς Δελγιώτης.Κι άφησε την ματιά και την ψυχή του και φτερούγισαν στις βουνοκορφές του Λυκαίου.  Αναζωντάνεψαν στο νου του τα παιδικά του χρόνια, τα κατατόπια του χωριού, το πατρικό του σπίτι, το μαντρί.
Σα να τα βλέπει τώρα μπροστά του και να τον προσκαλούν. Σαν ν’ ακούει την φωνή του πατέρα του. Όπως στα όνειρά του:
-          « Γιάννη, βόηθα το Φωτεινό να βγάλτε τα ζα απ’ το μαντρί». Συντάραξε τα σωθικά του του πατέρα του η φωνή. Και σαν να του χτύπησε τα ρουθούνια η μυρουδιά τα’ αραποσιτένιου ψωμιού που ξεφουρνίζει η μάνα του κι αχνίζει στο πλαστήρι. Μια ταραχή, ένα παράπονο, ένας πόνος τον συγκλόνιζε. Κι έστρεψε, μπήκε στον οντά να μην ιδούν στο πρόσωπο, στα μάτια του κείνο που τον συγκλόνησε.
Είδε την ταραχή του η Εμινέ, τα μάτια του που γέμισαν…
-          Μην κλαις, μη μου παραπονιέσαι Μπουκουράκο μου… Ταχειά θα ρθεί ο βεζύρης μας με είκοσι χιλιάδες και δε θ’ αφήσει σπόρο ελληνικό… Αλλού επήγε ο νους της. Εκείνος χαμογέλασε με πίκρα και τη χάιδεψε.
Περίπλεξε στο λαιμό του τα κρινοτριανταφυλλένια, τα κοντυλένια μπράτσα της. Χάϊδεψε κείνος στην κοιλιά της το σπόρο τον Ελληνικό, που είχε η Εμινέ στα σπλάχνα της. Συνήλθε ευθύς ο Αλή Μουλάς, τίναξε το ωραίο του κεφάλι  κι εβγήκε, εκατέβη, επήγε στην πλατεία κι εστάθη ατάραχος κοντά στο τζαμί. Τον έζωσαν οι τούρκοι. Τρομαγμένοι από τούτο το αναπάντεχο κακό. Φώναζαν, έβριζαν, απειλούσαν.
Γέροι, γυναίκες αναμαλλιασμένες,  παιδιά αλλάλαζαν ξωφρενα. Ζητούσαν από τον αγά ενθάρρυνση, ελπίδα, προστασία. Οι φωνές, μπερδεμένες, έξαλλες, γεμάτες φόβο κι αγωνία, δυνάμωναν. Οι φωτιές, οι ντουφεκιές, οι φωνές στα βουνά αύξαιναν. «Λευτεριά ή θάνατος».
- Να φύγουμε… Στην Τρίπολη, στο Λάλα… Στρίγκλιζζαν οι Τούρκισες στο Φανάρι.
Εκείνη την στιγμή εφάνη κι ερχόταν προς την πλατεία ένας έφηβος, ψηλός, καλοντυμένος. Κρατούσε ανοιχτή, άσπρη σημαία με κοντάρι. Κι ως βάδιζε καμαρωτός κι’ αργοπερπάτητος, κυμάτιζε πάνω από το όμορφο κεφάλι του η σημαία, ανέμιζαν τα κάτασπρά του φαρδομάνικα και η χιονάτη φουστανέλλα του λικνιζόταν ανάλαφρα.
Το έζωσαν οι Τούρκοι, περίεργοι κι’ ανήσυχοι. Μέριασαν, άνοιξαν δρόμο να φτάσει στον Αγά. Στέκονταν κείνος παραξενεμένος στο τζαμί με το μελιτζανί του σαλβάρι και το μπαρουτί αμπέχωνο με τα όμορφα κεντήματα. Το χέρι στα λαμπρά του όπλα. Η ματιά του στα μάτια του νιού, στην κατάσπρη σημαία.
Κυτάχτηκαν κατάματα ο έφηβος και ο αγάς. Οι ματιές του Έλληνα, κοφτερές και λαμπερές, σαν αστραπή, επίμονες, εξεταστικές, επιτιμιτικές στα μάτια του αγά. Τον αναμέτραγαν. Του αγά τα μάτια έπαιξαν ανήσυχα, χαμήλωσαν, στράφηκαν προς το πλήθος, που έστεκε ολόγυρα πλημμυρισμένο από βουβή περιέργεια κι’ αβάστακτη αγωνία.
- Τι είσαι συ, ορέ; … Μαξούς; … Φέρνεις μαντάτο;
- Απεσταλμένος, κήρυκας. Είπε κοφτά ο  νέος
- Τι είναι αυτοί που κλωθογυρίζουν στο βουνό και ντουφεκάνε;
- ¨Ελληνες Αλή Μουλά.
- Ραγιάδες…Και τι γυρεύουνε ορέ; Αλάφρωμα της δεκατιάς ή φέρνουν το χαράτσι;
- Γραφουν εδώ τι θέλουν… Έβγαλε από τον κόρφο του ένα χαρτί, το έτεινε στον αγά με τρόπο επισημότατο και τον εκάρφωσε με την αστραφτερή ματιά του.
- Τι λέει βρε;…Για διάβαστο.

- «Από εμάς τους αρχηγούς των Ελλήνων, σε σε Αλή Μουλά Μπούκουρα Δελγιώτη, σε σας αγάδες του Φαναριού.

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Η Ωδή της βρύσης!

Η παλιά βρύση πλαισιωμένη από κισσό σε Acrylic Realism Painting


Κατηφοριζόντας από το χωριό τον, στρωμένο με ασφαλτοτάπητα πλέον, δρόμο με θέα εκ δεξιών την απαράμιλλης ομορφιάς και θέας κοιλάδας του ασημόχαλκου Αλφειού και εξ αριστερών του θινώδους, και κάθετου, βράχου με την πυκνή βλάστηση που οργιάζει πάνω απ' το κεφάλι σου σαν αερικά που θέλουν να σε συνεπάρουν μέρα μεσημέρι, φθάνεις σε ένα μονοπάτι πλαισιωμένου από φτερίνες, δεξιά του αμαξητού. Έχεις φτάσει στην παλιά βρύση. Βρίσκεται κάτω από ένα αιωνόβιο πλατάνι και θαρρείς πως και αυτή μαζί του κάνει ένα παράλληλα μακρύ ταξίδι μέσα στην δίνη του χρόνου, με το κελάρυσμα της. Τίποτα δε νοθεύει το τραγούδι της, τόσο που τα κάθε λογής πουλάκια προτού πιουν, ξαποσταίνουν για λίγο ν' ακούσουν. Το δεύτερο τραγούδι της είναι αυτό  του κισσού, που την έχει σκεπάσει στο στηθαίο και στα κεραμίδια, και της φτέρης που πλαισιώνει τον χώρο. Το ελαφρύ αεράκι, στην μικρή πλαγιά, θροΐζει τα φύλλα του γεροπλάτανου και ακούς τον γλυκό ήχο του τρίτου τραγουδιού. Κρατάς την ανάσα, λες και είσαι σε πανάρχαιο ιερό χώμα, για αφουγκραστείς τα τραγούδια της βρύσης. Πίνεις ευλαβικά το κρουσταλλένιο και δροσερό νερό, ξεδιψάς και φεύγεις ήσυχα μην τυχόν και χαλάσεις την μελωδία του τοπίου.