ΤΡΥΠΗΤΗ(ΜΠΙΤΖΙΜΠΑΡΔΙ 'Η ΙΣΟΒΑ): " Ίσταται κατά τον βορράν, στηριζόμενο επί φυσικού μπαλκονίου, εξόχως μεγαλοπρεπής και η περικλείουσα αιώνια βλάστηση αποτελεί τον μανδύα του. Αυτός λάμπει και απαστράπει εις όλα τα παιχνίδια των χρωμάτων εις καθημερινό θέαμα και ακτινοβολεί ως φαιοπράσινη φλόγα υπό τας πρωϊνάς αχτίδας του ηλίου".

''Πρός άρκτον δ' 'ομορα ήν τω Πύλω δύο πολίδια Τριφυλιακά 'Υπανα και Τυπανέαι και ποταμοί δε δύο εγγύς ρέουσι, ο τε Δαλίων (Διάγων) και ο Αχέρων εκβάλοντες εις τον Αλφειόν"
(Στράβων Η΄3,15)

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Αλή Μουλάς - Δελγιώτης, Ιστορικό Διήγημα! (Β΄Μέρος)

ΑΛΗ ΜΟΥΛΑΣ  
Ιστορικό Διήγημα υπό Αγ. Τσελάλη

( Ολυμπιακά Χρονικά 1970)
Φωτογραφία από το blog του Φαναιώτη φίλου,Κου Χρήστου Αδαμόπουλου

Του εφάνη περίεργο,παράξενο.
Οι φωνές πλήθαιναν και δυνάμωναν.
- Έρδε Πετρόμπεη με Μανιατένε…..Ζορμπάδες και χαϊνιδες!...
Εσηκώθη παραξενεμένος ο Αγάς κι εβγήκε στον εξώστη.
- Τι είναι βρε;…Τι τρέχει;…
- Λαός πολύς, Αλή αγά μου, στα βουνά!...
- Μην είναι λάγια πρόβατα; Μην είναι γκιόσα γίδια;
- Είναι σημαίες Κλέφτικες και είναι των Ελλήνων.
- Μην είναι μπαϊράκια Τούρκικα, μην έρχεται ο πασάς μας;
- Είναι σημαίες με σταυρούς, κατάσπρες και γαλάζιες…
- Έ, είναι οι ραγιάδες μας και θα γυρεύουνε ιγκράμ, αλάφρωμα της δεκατιάς…
Κείνη την στιγμή βροντερή φωνή από την κορφή του Άγιο-Λιά ετάραξε τα πέργυρα και τις καρδιές των Τούρκων.
-«Ώωωωω ρε μπάρμπ’ Αγγελή Ζερμπίνη… Έεεε καπετάν Αγγελή-Βώβοοοο….Έφτασε ο Κολοκοτρώνης και ο Νικηταράς…Ήρθε ο Πετρόμπεης με όλους τους Μανιάτες….Ελάτε να συναγρηκηθήτε…».
 Και μια ομοβροντία τράνταξε τον τόπο κι έκανε του Φαναρίτες Τούρκους να σκύψουν τρομαγμένοι…
Μια ανατριχίλα διαπέρασε τον Αλή Μουλά. Στο άκουσμα, στο όνομα τον συνεπήρε η θύμηση, που τόσα χρόνια μέσα του κοιμάται και ξυπνάει. Η ματιά του εστράφη γεμάτη πίκρα κι αγωνία στα βουνά, στο Λύκαιο. Κι ο νους του πέταξε στη Δέλγα, στο χωριό του, στις πηγές της Νέδας. Η ψυχή του γέμισε στοργή και νοσταλγία. Αναθυμήθη.
Κι αυτός, οκτώ χρονών παιδί, έβοσκε τα γίδια στις πλαγιές κι έπαιζε φλογέρα ξένοιαστο. Κι ήταν – εδώ και τριάντα χρόνια- στο πανηγύρι της Παναγιάς του Σεπετού, στην όχθη του Κελάδου. Το είχε ταμένο η μάνα του. Το στόλισε, το πήρε και το πήγε. Εκεί το είδε  ο Κορμπάς-αγάς του Φαναριού. Πανόμορφο και ωριόκορμο. Εστάθη και το καμάρωνε. Κι ευθύς το αρπάζει από της μάνας του την αγκαλιά, πετάει στα πόδια της ένα κεμέρι με φλουριά να σταματήσει τον οδυρμό και τον δαρμό της, και το επήρε, το έκλεισε στο σαράγι του.
Σπάραξε η μάνα. Γέλασε ο Κορμπάς.
-Ζουρλή, δε θέλεις να γίνει αφέντης το παιδί σου;
-Κάλλιο να το ιδώ νεκρό, παρά σουλτάνο τουρκρμένο…
-Καλά τι μάνα είσαι σύ;
Αγά μου, βγάλε και πάρε την καρδιά μου, ρίχτη να τη φάνε τα σκυλιά σου κι άφησε το παιδί μου να πάει στον πατέρα του.
Γούρλωσε τα μάτια από απορία και θυμό ο μουρτάτης. Και είπε και την έδιωξαν. Πήρε τα όρη σκούζοντας, έφτασε ξέφρενη, ξέψυχη στο Δέλγα κι έπεσε στην αγκαλιά τα’ αντρός της. Έκαμε ώρα να συνέλθει και να το ξεστομίσει. Την έπνιγε ο κόμπος στο λαιμό.
-Γυναίκα!...Το παιδί;…
-Το άρπαξε ο Κορμπάς αγάς του Φαναριού…
Ως το ξεστόμισε, άρπαξε τα’ αρματά του ο Αγγελής ο Βώβος κι έτρεξε, ανέβη στη Ζακούκα κι έκραξε.
-¨Ωωωω ρε Κορμπάκη αγά του Φαναριού…Στείλε μου το παιδί, τι θα σε φάει το φίδι…
Άκουσε, ξεράθηκε στα γέλια ο αγάς κι όυτ’ έδωσε απόκριση. Από τα΄’οτε εβγήκε ο Βώβος στο κλαρί κι όπου άκουγαν οι τούρκοι τη φωνή του τους έπιανε κρύος ιδρώτας.Κι όπου πιά πήγαινε ο Κορμάγας έπαιρνε συνοδεία δυνατή.
Το παιδί το έκλεισε ο αγάς στο σαράγι του. Το στόλισε, το καλολόγισε, το είχε σα δικό του.  Όλοι το αγάπησαν στο Φανάρι. Άστραφτε το μάτι του και ροδοκοκκίνιζε το μάγουλό του, που ήταν καϊμός για τις Τουρκοπούλες, ζήλια στα τουρκόπλα. Έπιανε βόϊδι μανιασμένοαπ’ την ουρά και το κράταγε στον τόπο. Κι όταν άρχιζε το τραγούδι, έλεγες να μη σταμάταγε ποτέ. Σα ν’ άκουγες κοτσίφια να λαλούνε. Κείνο στην αρχή ούτ’ ένοιωθε, ούτε ήξερε. Χάζευε μέσα στους πολυτελέστατους οντάδες του μεγαλόπρεπου σαραγιού του πάμπλουτου Κορμπά. Ευραινόταν με τα στολίδια, με τα καλούδια, τα σερπέτια, τα πεντανόστιμα φαγιά, τις πεντάγλυκες χανούμισες, που του έπαιζαν με τον ταμπουρά τους αμνέδες με λιγωμένα μάτια και κορμιά λαχταριστά.
Σιγά-σιγά με τον καιρό, το έφερε στα νερά του ο Κορμπάς. Το πλάνεψε, τα’ αλλαξοπίστισε, το έκαμε παιδί του. Το έλεγε Αλή Μουλά, Δελγιώτη. Κί όλοι το έλεγαν Μπούλουρα- ωραίον. Μα  απ’ όλους πιο πολύ το αγάπησε η Εμινέ, η κόρη του Κορμπά. Του χάρισε όλες τις χαρές, του έκαμε όλες τις χάρες. Κι ο Γιάννης τα΄Αγγελή του Βώβου από τη Δέλγα, το βοσκόπουλο του Λυκαίου, έγινε «μπεόπουλο». Το μπούκουρο, το όμορφο του Φαναριού.
Συμπάθησε τούτους τους ανθρώπους που τον χαϊδευαν, τον λάτρευαν, τον στόλιζαν, μέσα σε τούτα τα σαράγια και τα χάδια, ανάμεσα στα πλούτη και το αφεντηλίκι, αφέντης.

Συνεχίζεται...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου