ΤΡΥΠΗΤΗ(ΜΠΙΤΖΙΜΠΑΡΔΙ 'Η ΙΣΟΒΑ): " Ίσταται κατά τον βορράν, στηριζόμενο επί φυσικού μπαλκονίου, εξόχως μεγαλοπρεπής και η περικλείουσα αιώνια βλάστηση αποτελεί τον μανδύα του. Αυτός λάμπει και απαστράπει εις όλα τα παιχνίδια των χρωμάτων εις καθημερινό θέαμα και ακτινοβολεί ως φαιοπράσινη φλόγα υπό τας πρωϊνάς αχτίδας του ηλίου".

''Πρός άρκτον δ' 'ομορα ήν τω Πύλω δύο πολίδια Τριφυλιακά 'Υπανα και Τυπανέαι και ποταμοί δε δύο εγγύς ρέουσι, ο τε Δαλίων (Διάγων) και ο Αχέρων εκβάλοντες εις τον Αλφειόν"
(Στράβων Η΄3,15)

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Μπιτζιμπαρδαίικες μορφές: Πάνος Νιάρχος: Τεχνίτης και δημιουργός!

Γράφει η αγαπητή εγγονή του μπαρμπα-Πάνου, Άννα.



Ξεκινώντας να γράψω αυτό το άρθρο με τη σκέψη μου στον παππού τον Πάνο, μόνο γλυκύτητα, ηρεμία και συγκίνηση νιώθω. Και έτσι, νομίζω, ένιωσαν και όλοι εκείνοι με τους οποίους μίλησα μαζί τους για να συλλέξω ή να επιβεβαιώσω πληροφορίες. Απ’ όλους έλαβα το ίδιο επιμύθιο, μέσες άκρες: «Ο μπαρμπα-Πάνος ήταν ήρεμος, συνεργάσιμος, ευγενικός άνθρωπος, λογικός, εργατικός και έντιμος, κοίταζε τη δουλειά του, έδινε καλές συμβουλές και αγαπούσε τη γνώση». Θεωρώ επιτυχία να έχει ζήσει κανείς τη ζωή του έτσι και να τον θυμούνται έτσι. Ο παππούς φαίνεται πως τα κατάφερε.
Γέννημα θρέμμα της Τρυπητής, ήρθε στη ζωή το 1905 και έφυγε το 1992, σε ηλικία 87 ετών.
Γιός του Δημήτρη Νιάρχου και της Αγγελικής Μαντά από τα Δίασσελα και ένας εκ των τεσσάρων αδερφών, οι άλλοι ήταν ο Ανδρέας, ο Κώστας και ο Φώτης.
Από φτωχή οικογένεια, κατάφερε να τελειώσει το τότε Σχολαρχείο στου Ζάχα και για ένα διάστημα υπηρέτησε ως χωροφύλακας στη Λιβαδιά, πριν από τον πόλεμο του Σαράντα. Η κόρη του Βασιλική, 74 χρόνων σήμερα, θυμάται ακόμα το παντελόνι της στολής με τις γκέτες που του είχε μείνει από τη θητεία εκείνη.
Ο Πάνος πήρε μέρος στον πόλεμο του Σαράντα, άντεξε τις κακουχίες και, όταν το μέτωπο κατέρρευσε, γύρισε στο χωριό με τα πόδια, γεμάτος ψείρες, αλλά σώος και υγιής. Όταν έλειπε στην Αλβανία, το σπίτι της οικογένειας στο χωριό είχε πιάσει φωτιά και είχε τρέξει να τη σβήσει ο νεαρός τότε Γιώργος Ζέρβας, θυμάται η Βασιλική, ενώ οι γυναίκες...
έβγαζαν νερό από το πηγάδι και το κουβαλούσαν με τους κουβάδες. Και συνεχίζει την ανάμνησή της: «Αχώριστοι στον πόλεμοι ήταν με τον μπαρμπα-Βασίλη τον Κουτσογιαννάκη. Σε μια αεροπορική επίθεση, χωρίστηκαν οι δυο τους και ο μπαρμπα-Βασίλης νόμισε πως ο Πάνος σκοτώθηκε. Τον έψαχνε και δεν τον έβρισκε. “Θα βγω διακονιά σε δεκαπέντε χωριά αν βρω τον Πάνο ζωντανό” έλεγε μόνος του. Και τον βρήκε. Ο Πάνος είχε βρει κάπου ένα καταφύγιο και είχε σωθεί!».
Στα βουνά της Αλβανίας, έλεγε ο παππούς, έσκαβαν με το κράνος την παγωμένη γη και άνοιγαν γούβες (λάκκους) που τις σκέπαζαν με κλαδιά για να μην τους βλέπουν τα αεροπλάνα. Κι έκανε τόσο κρύο, που η μύτη τους έσταζε και οι σταγόνες γίνονταν κρούσταλλο επιτόπου…
Στην Κατοχή πάλεψε όπως όλοι για να επιβιώσει η οικογένειά του, με ό,τι έδινε η γη και τα ζωντανά τους. Την εποχή του Εμφυλίου, 1945-50, χρημάτισε πρόεδρος του χωριού. Παράλληλα δούλευε ως μαραγκός, αυτή ήταν η κύρια τέχνη του, και πήγαινε όπου υπήρχε δουλειά στη γύρω περιοχή. Κάποια περίοδο δούλευε στην Πλατιάνα και έμενε εκεί. Διηγείται η Βασιλική: «Τη νύχτα έσπασαν οι αντάρτες την πόρτα του σπιτιού και ζητούσαν τον πρόεδρο, τον πατέρα μου. Η γιαγιά μου και τα αδέρφια μου κοιμόμασταν στο πάτωμα. Η μάνα μου, επειδή ήταν καλοκαίρι, κοιμόταν σε ένα πρόχειρο κρεβάτι στο χαγιάτι έξω στη βεράντα, και έδωσε μια και με ένα σάλτο βρέθηκε στον κήπο και κρύφτηκε. Έψαξαν το κρεβάτι, το βρήκαν ζεστό, ρώταγαν πού είναι ο πρόεδρος. Μαζευτήκαμε κοντά στη γιαγιά μας τρομαγμένα. Εκείνη τους είπε πως μένει στην Πλατιάνα. Πήγαν στην Πλατιάνα και τον πιάσανε. Καθώς τον πήγαιναν κάπου εκεί γύρω, τον είδε ένας Γιώργος Γουρνάς από του Ζάχα, πολύ γνωστός στα μέρη εκείνα. “Έι, Πάνο, τι κάνεις εδώ;” “Να, με πήραν οι συναγωνιστές μαζί τους”. Μεσολάβησε ο Γουρνάς και τον πήρε από τους άλλους και ύστερα του είπε να φύγει και να γυρίσει στο χωριό και να μην επιστρέψει στην Πλατιάνα, γιατί άλλη φορά δε θα μπορούσε να τον γλιτώσει. Του είπε να πάει από το δάσος. Την άλλη νύχτα, στις δύο η ώρα, χτύπησε η πόρτα και ήταν ο πατέρας μου, είχε γυρίσει».
Πέρα από τις συνήθεις υποχρεώσεις που είχε ως πρόεδρος, έπρεπε να φιλοξενεί στο σπίτι του κι όσους περνούσαν από εκεί για κάποια υπόθεση και ξέμεναν: αστυνομικοί, ξένοι τουρίστες που νοίκιαζαν μουλάρια από την Κρέστενα και έρχονταν να δουν το Παλάτι, όλοι έμεναν στο σπίτι του προέδρου. Η κυρα-Δήμητρα, η γυναίκα του μπαρμπα-Πάνου, μια σταλιά άνθρωπος αλλά πολύ ντόμπρα και δυναμική, θύμωνε με όλα αυτά. Εκείνη είχε την κύρια ευθύνη για τα χωράφια και τα ζωντανά και σε κάποιες δουλειές τον χρειαζόταν μαζί της. Κάποια μέρα, όταν εκείνος αρνήθηκε να τη συνοδεύσει για όργωμα στο χωράφι, έπιασε τα κιτάπια του με τα κοινοτικά αρχεία και τα έκανε όλα φύλλο και φτερό από τα νεύρα της. Δυο μέρες πάλευε ο μπαρμπα-Πάνος να τα βάλει σε σειρά και ύστερα τα πήγε αλλού.
Ως μαραγκός μπορούσε να φτιάξει τα πάντα: έπαιρνε ένα σπίτι από τα θεμέλια και το παρέδιδε με το κλειδί στο χέρι. Επεξεργαζόταν ο ίδιος τα ξύλα για να φτιαχτούν τα ταβάνια, τα πατώματα, οι σκεπές, τα κουφώματα, οι πόρτες. Γινόταν λοτόμος και πήγαινε στο δάσος να τα κόψει. Τι εποχή, πόσα λίγα μέσα, και όμως πόση τέχνη, πόση γνώση, πόση ικανότητα! Ο μπαρμπα-Πάνος ήξερε να φτιάχνει πηγάδια, να στήνει όλη τη σκαλωσιά για να γίνει σωστά η αποχωμάτωση και η τοιχοποιία – κι όλα αυτά με το μάτι και την εμπειρία. Έφτιαχνε βαρέλια, μικρά και μεγάλα, έφτιαχνε τραπέζια. Ακόμα έχουμε ένα τραπέζι φτιαγμένο από τα χέρια του στο σπίτι της αδερφής μου της Γιώτας στον Πύργο, και για τα σκαμνάκια του γινόταν σκοτωμός, ποιος θα πρωτοκαθίσει.
Όπως συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια, συχνά είχε και μαθητευόμενους, τους έπαιρνε κοντά του για να τους μάθει την τέχνη. Αν ήταν από άλλο χωριό, το μαθητούδι έμενε στο σπίτι του μάστορα, όπως ο Σπύρος ο Αντώναρος από τα Μπαρακίτικα. Ένας από τους μαθητές του στο χωριό ήταν ο Ηλίας ο Ζέρβας, ορφανό, που έτσι είχε την ευκαιρία να μάθει κάτι χρήσιμο. Με αυτό τον τρόπο μεταδιδόταν η γνώση τότε, με απευθείας μαθητεία και εφαρμογή στην πράξη.
Δούλευε και στα κτήματα ο παππούς, είχε χωράφια μισιακά με γείτονες, είχε αγελάδες, πρόβατα μισιακά. Εργατικός πάντα, αλλά, όπως λέει ο γιος του Σπύρος, είχε ένα μειονέκτημα που μάλλον ήταν και ο λόγος που δεν του επέτρεψε να πλουτίσει: ήταν αργός και δεν τα πήγαινε καλά με τη διαχείριση. Ώσπου να χτιστεί το σπίτι που είχε αναλάβει, έμπαινε και μέσα από τους κερασμένους καφέδες και την κρασοκατάνυξη. Το ευχαριστιόταν όμως και δεν παραπονιόταν.
Με την κυρα-Δήμητρα, τη γυναίκα του, είχαν καλή σχέση. Απέκτησαν έξι παιδιά, την Αγγελική, τον Θοδωρή, τον Σπύρο, τη Βασιλική, τη Μαρία και τον Μήτσο. Τον Θοδωρή τον έχασαν μικρό, δυο χρονών, και θυμάμαι τη γιαγιά που ανέφερε την ιστορία με καημό. Ο Πάνος υπήρξε πολύ καλός πατέρας, όλα του τα παιδιά το παραδέχονται. Κι όλα του τα εγγόνια τον υπεραγαπούσαν, κι εγώ μαζί, παρ’ όλο που δεν τον έζησα πολύ ως παιδί γιατί η οικογένειά μου ζούσε στον Πύργο και εκείνες τις εποχές δεν ήταν εύκολες οι μετακινήσεις. Ερχόταν όμως κάθε δυο τρία χρόνια και έμενε μαζί μας καμιά εικοσαριά μέρες, άλλοτε λίγο παραπάνω. Ο ερχομός του ήταν γιορτή για μας και τα αδέρφια μου. Τον θυμάμαι με ένα βιβλίο, να διαβάζει, ήρεμος, γλυκός, να μας λέει ιστορίες, να μας μιλά για τον πόλεμο του Σαράντα, και τον ακούγαμε μαγεμένα εμείς, ώρες ατελείωτες, τον παρακαλούσαμε να μη σταματήσει. Είναι εκείνες οι στιγμές που ο αφηγητής σε βάζει μέσα στην ιστορία του και είσαι σε άλλη διάσταση του χρόνου, ζεις τα συμβάντα μαζί του – και οι παλιοί ήταν μάστορες σε αυτό. Τότε δεν αντιλαμβανόμουν ότι επρόκειτο για ζωντανή ιστορία και δεν κατέγραφα τα τις διηγήσεις του – κι είναι κάτι που ακόμα με λυπεί. Ωστόσο χαίρομαι πολύ γι’ αυτές τις λίγες αράδες στη μνήμη εκείνου του γλυκού ανθρώπου, του τεχνίτη και δημιουργού.

Άννα Σταυροπούλου,
Φιλόλογος-επιμελήτρια κειμένων
(κόρη της Βασιλικής Νιάρχου και του Νίκου ΣταυρόπουλουΙ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου