ΤΡΥΠΗΤΗ(ΜΠΙΤΖΙΜΠΑΡΔΙ 'Η ΙΣΟΒΑ): " Ίσταται κατά τον βορράν, στηριζόμενο επί φυσικού μπαλκονίου, εξόχως μεγαλοπρεπής και η περικλείουσα αιώνια βλάστηση αποτελεί τον μανδύα του. Αυτός λάμπει και απαστράπει εις όλα τα παιχνίδια των χρωμάτων εις καθημερινό θέαμα και ακτινοβολεί ως φαιοπράσινη φλόγα υπό τας πρωϊνάς αχτίδας του ηλίου".

''Πρός άρκτον δ' 'ομορα ήν τω Πύλω δύο πολίδια Τριφυλιακά 'Υπανα και Τυπανέαι και ποταμοί δε δύο εγγύς ρέουσι, ο τε Δαλίων (Διάγων) και ο Αχέρων εκβάλοντες εις τον Αλφειόν"
(Στράβων Η΄3,15)

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

ΤΡΥΠΗΤΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΛΦΕΙΟΥ

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Η μάχη του Άι- Θανάση!

…και τότε οι άλλοι μεν επήγαν  να πολιορκήσουν τα φρούρια της Μεσσηνίας, ο δε Κολοκοτρώνης με 300 Μανιάτας, τους οποίους επήρεν από τον Μούρτσινον και από τον Π. Μαυρομιχάλη, ο Αναγνωσταράς, ο Αρχιμ. Φλέσας και ο Π. Κεφάλας εξεστράτευσαν την 24η Μαρτίου δια τα Μεσόγεια της Πελοποννήσου δια να γενικεύσουν την επανάστασιν, και κατά το χωρίον Σκάλα εις τον δρόμον έμαθαν ότι οι Τούρκοι του Φαναρίου Ζαχαίοι, Μουτριζάνοι, Ζβουρτσάνοι υπέρ τας 4000 ψυχαίς προετοιμάζοντο να πάνε εις την Τριπολιτσάν. Εχωρίσθη τότε από τον Αρχιμ. Φλέσαν και από τους λοιπούς, οι οποίοι τράβηξαν δια την Αρκαδίαν δια να γενικεύσουν και εις εκείνα τα μέρη την επανάστασιν, και εκείνος τράβηξε κατά το Λεοντάρι και την Καρύταιναν.
Καθώς έβλεπαν οι Έλληνες τας σημαίας και τους στρατιώτας ασήμαιναν των εκκλησιών τα σήμαντρα, και οι μεν ιερείς έβγαιναν ενδυμένοι τα ιερά άμφια και με το Ευαγγέλιον  είς τας χείρας, οι δε χριστιανοί  άνδρες, γυναίκες, παιδία, παρακαλούσαν τον θεόν να τους ενδυναμώνη. Ο  Αρχιμανδρίτης μάλιστα εφορούσε μίαν περικεφαλαίαν, και δια τούτο τον εκύτταζαν με πολλήν περιέργειαν οι άνθρωποι και τον εδέχοντο με μεγάλην υποδοχήν……
….Εις τας 25 Μαρτίου εκατέβηκαν από τα βουνά της Καρύταινας ο Θεοδόσιος Καρδαράς με τους Ζυγοβιστινούς, και ο Κωσταντής Αλεξανδρόπουλος με τους Στεμνιτσιώτας και τους Δημητσανίτας  και άλλους πολλούς από τον κάμπον, με τους καπεταναίους και τα σημαίας των κάθε χωρίον, και ηθέλησαν να πιάσουν τους Τούρκους της Καρύταινας, επήραν από τους κατοίκους και ολίγας τροφάς και τας έμβασαν εις το φρούριον.
Ο Κολοκοτρώνης επήγαινε τον δρόμον του και πριν φθάση εις του Τετέμπεη εις τας 27 Μαρτίου έλαβε γράμμα από τον Βασίλη Μπουδούνα από ταις Καρύταις ότι οι Τούρκοι Φαναρίται εκίνησαν δια την Τριπολιτσάν, ετάχυνε τότε τον δρόμον του, έφθασεν είς την Καρύταινα και εβοήθησε τους πολιορκούντας το παλαιόκαστρον, όπου είχαν, ως είπαμεν, κλεισθή οι Τούρκοι της Καρύταινας.
Την αύτην ημέραν ετράβηξε και επίασε την θέσιν Άγιον  Θανάση και από εκεί έγραψεν είς τους Ανδριτσάνους ότι επίασεν εμπρός να βαρέση τους Τούρκους, όπου έμειναν να κοιμηθούν είς την  Σολδίνα, και αυτοί να έλθουν να κτυπήσουν από πίσω.
Το γράμμα του επήγε νύκτα είς το στρατόπεδον, το οποίον ήτον είς τα Ρόβια, αλλ’ οι Ανδριτσάνοι, δεν εγνώριζαν την υπογραφήν του, δεν επίστευσαν και δια τούτο εκράτησαν τον πεζόν έως ότου εξημέρωσεν, υποπτεύοντες μάλιστα μην ήτον καμμία απάτη εκ μέρους των Τούρκων, και την αυγήν της 28 Μαρτίου άνοιξεν ο πόλεμος και από μπροστά τους εκτύπα ο Κολοκοτρώνης και τους εμπόδιζε τον δρόμον των και από πίσω ο Τσανέτος Χριστόπουλος με τους Ανδριτσάνους και λοιπούς επαρχιώτας του Φαναρίου. Είχεν έλθει τότε εκεί και ο Καφετζής από Λιοδώρα και τους εκτύπα και αυτός από το πισινόν μέρος.
…….ωπισθοδρόμησαν και επέρασαν μέσα από τον ποταμό Ρουφιά είς την θέσιν Χαλούλαγα. Τότε έφθασνα και οι αδελφοι Πλαπούται Δημήτριος και Γεωργάκης με τους Λιοδωρικαίους και ο Σπ. Σπηλιοτόπουλος με τους Δηματσανίτας όλοι έως 300 αυτί ενωθέντες με τους Φαναρίτες έκαμεν ανανέωσιν του πολέμου με περισσότερον θυμόν. Όταν επροσπάθουν οι Τούρκοι να περάσουν τους εκτύπησαν οι Έλληνες γερά και μάλιστα ο Δ. Πλαπούτας δια τούτο οι Τούρκοι έπεσαν είς τον ποταμόν και επνίγησαν  πολλοί και πολλά γυναικόπαιδα και ζώα, αλλά και όχι ολίγοι εσκοτώθησαν. Όσοι δε πέρασαν τον ποταμόν εγλύτωσαν και  και εκόλλησαν κτά το αντίκρυ φρούριο της Καρύταινας….
Φωτάκου Χρυσανθόπουλου,  Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως


Ελληνική Επανάσταση του 1821!

Η Ελληνική Επανάσταση ή Επανάσταση του 1821 ήταν η ένοπλη εξέγερση των Ελλήνων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με σκοπό την αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας και τη δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους.
Οι απαρχές του ελληνικού εθνικού κινήματος βρίσκονται στην ώριμη φάση του νεοελληνικού Διαφωτισμού, περί το 1800. Η επανάσταση οργανώθηκε από μία συνωμοτική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1814, τη Φιλική Εταιρία. Την άνοιξη του 1821 οι Φιλικοί δημιούργησαν πολλές επαναστατικές εστίες από την Μολδοβλαχία μέχρι την Κρήτη. Οι περισσότερες από αυτές έσβησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα, όμως οι επαναστάτες κατάφεραν να υπερισχύσουν στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και σε πολλά νησιά του Αιγαίου και να κατανικήσουν τις στρατιές που έστειλε εναντίον τους τα δύο επόμενα χρόνια ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄. Οι Έλληνες οργανώθηκαν πολιτικά και συνέστησαν προσωρινή κεντρική διοίκηση, η οποία επέβαλε την εξουσία της στους επαναστατημένους μετά από δύο εμφυλίους πολέμους. Οι οθωμανικές δυνάμεις με τη συνδρομή του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου κατάφεραν να περιορίσουν σημαντικά την επανάσταση, αλλά η πτώση του Μεσολογγίου το 1826 σε συνδυασμό με το κίνημα του Φιλελληνισμού, συνέβαλαν στη μεταβολή της διπλωματικής στάσης των ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων, που είχαν αντιμετωπίσει με δυσαρέσκεια το ξέσπασμα της επανάστασης. Η διπλωματική ανάμιξη της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας και η ένοπλη παρέμβασή τους με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου και το ρωσοτουρκικό πόλεμο συνέβαλαν στην επιτυχή έκβαση του αγώνα των Ελλήνων, αναγκάζοντας την Πύλη να αποσύρει τις δυνάμεις της αρχικά από την Πελοπόννησο και έπειτα από τη Στερεά Ελλάδα. Μετά από μια σειρά διεθνών συνθηκών από το 1827 και εξής, η ελληνική ανεξαρτησία αναγνωρίστηκε το 1830 και τα σύνορα του νέου κράτους οριστικοποιήθηκαν το 1832.
Το σύνθημα της επανάστασης, «Ελευθερία ή θάνατος», έγινε το εθνικό σύνθημα της Ελλάδας και από το 1838 η 25η Μαρτίου, επέτειος εορτασμού της έναρξής της επανάστασης, καθιερώθηκε ως ημέρα εθνικής εορτής και αργίας.
ΠΗΓΗ: wikipedia


Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Αμερική και Αμέρικο Βεσπούτσι!


Τ
Ο 1492 Χριστόφορος Κολόμβος ανακαλύπτει μια νέα ήπειρο δυτικά, άθελα του αφού για τις Ινδίες πήγαινε, αλλάζοντας τον τότε γνωστό κόσμο. Κι όμως ο μεγάλος αυτός θαλασσοπόρος μετά από πολλούς κόπους κατάφερε να πείσει την χρηματοδότηση του ταξιδιού που θα οδηγούσε στις Ινδίες από δυτικά, δεν κατάφερε να δώσει ούτε το όνομα του στην νέα ήπειρο και πέθανε φτωχός και περιφρονημένος.
Την δόξα του την έκλεψε ένας Φλωρεντίνος έμπορος ονόματι Αμέριγκο Βεσπούτσι. Ο Βεσπούτσι εργαζόταν σε κατάστημα με ναυτικά όργανα και πορτολάνους, χωρίς να είναι εξερευνητής ούτε καν ναυτικός. Λίγα χρόνια μετά την ανακάλυψη του Κολόμβου αποφάσισε να ταξιδέψει και αυτός στην νέα ήπειρο περισσότερο από περιέργεια και λιγότερο στο να προσφέρει κάτι στις Ευρωπαϊκές αυλές που ζητούσαν ολοένα και νέες ανακαλύψεις. Ως δεινός έμπορος καθώς ήταν κατάφερε να πείσει τον Πορτογαλικό θρόνο να του χρηματοδοτήσει δυο ταξίδια στην νέα ήπειρο με υποσχέσεις για νέες ανακαλύψεις και αμύθητους θησαυρούς.
Ταξίδεψε κατά μήκος των ακτών της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, καταγράφει νέους χάρτες και παρατηρεί την νέα ήπειρο. Με επιστολές του (μάλλον δύο) ενημερώνει για τις παρατηρήσεις του και, προς τέρψιν του αδηφάγου Ευρωπαίου του Μεσαίωνα καθώς και του Πορτογαλικού θρόνου που είχε χρηματοδοτήσει την επιχείρηση, επιδίδεται σε αναφορές με μείγμα λιγότερης αλήθειας και περισσότερο φαντασίας και εντυπωσιακών ψεμάτων. Οι αναφορές αυτές γρήγορα γίνονται ανάρπαστες και μεταφράζονται στα Λατινικά, στα Ισπανικά, στα Πορτογαλικά, στα Γαλλικά, στα Αγγλικά κ.α. Τα  ασύστολα ψέματα δίνουν και παίρνουν και εστιάζονται στους ιθαγενείς τους οποίους τους παρουσιάζει ως κανίβαλους που τρώνε ανθρώπινο ωμό ή παστό ανθρώπινο κρέας και που ζουν εκατόν πενήντα χρόνια. Οι σεξουαλικοί υπαινιγμοί είναι διάσπαρτοι παντού και εξάπτουν την φαντασία των Ευρωπαίων. Η απήχηση είναι μεγάλη και σχεδόν όλη η Ευρώπη μιλά για τον Βεσπούτσι και την ήπειρο του λόγω του πανέξυπνου συνδυασμού περιπέτειας, μυστηρίου και πορνογραφίας. Το 1507 ο  Μάρτιν Βαλντζεεμύλλερ (Martin Waldseemuller) στον παγκόσμιο χάρτη του ονομάζει την νέα ήπειρο Αμερική χάρη στον Βεσπούτσι ο οποίος αυτοαποκαλούνταν   ως "Americus Vespucius" στις επιστολές του στα Λατινικά.
Είναι τραγική ειρωνεία ο Κολόμβος ο οποίος ανακάλυψε την νέα ήπειρο μέσα από πολύ κόπο να πέσει στα στεγανά της ιστορίας και να χάσει την οικειοποίηση της ονομασίας της ανακάλυψης του από έναν καταφερτζή έμπορο από την Φλωρεντία.
Είναι τελικά αποδεδειγμένο ότι τις περισσότερες φορές η ιστορία δεν γράφεται από τους πρωταγωνιστές  της.

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

ΕΠΙΦΑΝΕΙΣ ΗΛΕΙΟΙ: ΝΤΙΝΟΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ!

Γεννήθηκε στο Νεοχώρι Ηλείας το 1915 και ήταν γιος του Δημητρίου Ψυχογιού. Τα γυμνασιακά του χρόνια τα πέρασε στην Πάτρα. Το 1940 διορίστηκε ταμειακός υπάλληλος στις Φιλιάτες και στη συνέχεια, με κάποια διακοπή λόγω κατοχής, στην Αμαλιάδα και τα Λεχαινά. Το 1962 με τον βαθμό του διευθυντή μετατέθηκε στον Πειραιά διαμένοντας για κάποια χρόνια στην Αθήνα. Το 1972 μετατέθηκε για πολιτικούς λόγους στα Χανιά για να επιστρέψει τελικώς στην Αθήνα μετά την πτώση της Χούντας. Το 1977, έτος συνταξιοδότησής του, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Νιοχώρι Ηλείας.
Την περίοδο 1933-1935 εξέδωσε ποιήματα σε παιδικά περιοδικά και εφημερίδες του Πύργου και της Ζακύνθου.Το 1949 εξέδωσε την συλλογή «Γεωργικά Ηλείας», η οποία και βραβεύθηκε από την Ελληνική Γλωσσική Εταιρία, ενώ ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε την μελέτη του «Ο Κώδικας της Παναγίας της Λεχαινίτισσας και τα Λεχαινά». Το σημαντικότερο έργο του ήταν η έκδοση του τριμηνιαίου περιοδικού «Ηλειακά», η κυκλοφορία του οποίου ξεκίνησε το 1951, διακόπηκε όμως το 1962 λόγω της μετεγκατάστασής του στην Αθήνα. Το 1977 επανακυκλοφόρησε τα "Ηλειακά" μέχρι το 1982, οπότε και απεβίωσε. Κατά τον ιστορικό Κώστα Τριανταφύλλου, «το λαογραφικό του έργο είναι πολύτιμο και για την επαρχία των Πατρών εκτός από αυτήν της Ηλείας». Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ετοίμαζε ιστορικό λεξικό της Ηλείας, έργο όμως το οποίο δεν ολοκληρώθηκε λόγω του θανάτου του.[
Αρθρογραφούσε τακτικά στις εφημερίδες Αυγή, Καθημερινή, Πελοπόννησος κ.α. Επίσης είχε εκδώσει τις εξής μελέτες: Ηλειώτικα Παιδοκόμια (Θεσσαλονίκη 1951), Τα πατριαρχικά σιγίλλια της Μονής Βλαχέραινας Ηλείας (Πάτρα 1956), Περί γοητειών και μαντείας (Λεχαινά 1989). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Ηλειακών Σπουδών καθώς και μέλος της Εταιρίας Πελοποννησιακών Σπουδών και του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών. Το  2008 επανεκδόθηκαν όλα τα "Ηλειακά" σε δύο τόμους.
Απεβίωσε το 1982 στο Νιοχώρι Ηλείας. Ήταν παντρεμένος με την Διονυσία Μανιάτη και απέκτησαν έξι παιδιά. Την Ιωάννα (Ψυχογιού) Ανδρέου, αρχαιολόγο, την Ελένη Ψυχογιού, λαογράφο και συγγραφέα, τον Δημήτρη Ψυχογιό, δημοσιογράφο, συγγραφέα, καθηγητή πανεπιστημίου και αρθρογράφο του "Βήματος", τη Χλόη Ψυχογιού , φιλόλογο, τον Πάνο Ψυχογιό, πολιτικό μηχανικό, και τη Φανή (Ψυχογιού) Φούντα , αρχιτέκτονα.
ΠΗΓΗ: WIKIPEDIA

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

ΥΠΑΝΑ - ΙΣΟΒΑ - ΜΠΙΤΖΙΜΠΑΡΔΙ - ΤΡΥΠΗΤΗ, ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΜΕ ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ!


Ο άνθρωπος από τα αρχαία χρόνια, από την αρχή της γνώσης της ύπαρξης του, δέθηκε με την μάνα γη και έγινε ένα μαζί της και αυτός ο δεσμός στο πέρασμα των αιώνων παρέμεινε αναλλοίωτος λες και είναι ο δεσμός του Προμηθέα από τους Ολύμπιους θεούς για το αμάρτημα του να δώσει την φωτιά στους ανθρώπους. Ο δεσμός αυτός είναι ποικίλος και πολύχρωμος, δυνατός και αέναος και δεν αφήνει μήτε την μια πλευρά, μήτε την άλλη να σύρει το βλέμμα αλλού, είναι τροφοδότης και θρέφει το συναίσθημα του ανθρώπου και την σάρκα της γης χωρίς σταματημό.
Από μικρός ένοιωσα αυτόν τον ιδιόμορφο δέσιμο με τον τόπο που γεννήθηκα, δέσιμο το οποίο δεν μπορεί να κατανοήσει κάποιος που η ζωή του άρχισε σε μια πόλη, και περνώντας τα χρόνια δένομαι ακόμη περισσότερο και θαρρείς πως το δέσιμο αυτό ολοκληρώνεται με την ένωση του καθενός με την μάνα γη, όπου θα επιστρέψουμε. Με ρομαντισμό και ποιητική διάθεση όταν επιστρέφεις στον τόπο σου αγαλλιάζει η ψυχή σου, ευφραίνεται η καρδιά σου και ονειροπολείς τα μέρη που πρωτοπερπάτησες σε διαφορετικές χρονικές στιγμές ακόμα και αν δεν τις έχεις ζήσει. Ανατριχίλα διαπερνά το κορμί σου καθώς σκέφτεσαι πόσοι και πόσοι προγονοί μας έχουν πατήσει τούτα τα χώματα, πόσοι κοιμήθηκαν κάτω  από βαθύσκιωτα πλατάνια με τις νεράιδες να τους κρατούν συντροφιά και το κελάηδημα των πουλιών σε
συνδυασμό με το κελάρυσμα  κρυστάλλινων νερών που βιαστικά τρέχουν λες και θέλουν να ενωθούν με τον πατέρα Αλφειό, που καρτερικά περιμένει όλα τα παιδιά του αλλά συνάμα βιάζεται να πάει εκεί, κάτω στην
Σικελία να συναντήσει την αγαπημένη του Αρεθούσα.


Κάθε σπιθαμή γης του τόπου σου σε κυριεύει με αγωνία, φωνές σε καλούν και δεν ξέρεις ποια να πρωτοδιαλέξεις. Μην είναι τα πεύκα μετά την βροχή με τις δροσοσταλίδες στις βελόνες τους, ή τ' αμπέλια ίσως, που πληγωμένα, τρυγημένα προσμένουν τον νέο κύκλο τους αναδύοντας μια θεσπέσια  Διονυσιακή αύρα; Μήπως είναι οι  καταπράσινες χειμωνιάτικες πλαγιές με τους ελαιώνες στις ράχες τους που προσμονούν καρτερικά να  μεστώσουν οι καρποί και να δώσουν το θεϊκό, χρυσαφένιο λάδι ή ο ξεροψημένος καλοκαιρινός τόπος που γεμάτος κάθε  λογίς δημητριακά, σιτάρια, κριθάρια, βρώμες έτοιμα να να θεριστούν αναθερμαίνοντας τις ελπίδες των κατοίκων για επιβίωση των φαμελιών τους μόλις το δρεπάνι ξεκινήσει να κόβει τα χρυσοπλουμιστά στάχυα; Μήπως τα κυπαρίσσια ψηλά, περήφανα και αλύγιστα παραδίδουν στα ρουθούνια σου την έντονη μοσχοβολιά τους ή οι πικροδάφνες με την ευωδιά τους που φέρνει στο πικραμύγδαλο; Μήπως τα μονοπάτια που σε καλούν να τα διαβείς και να γευτείς τις μυρωδιές που αναδύουν τα σκίντα, οι κουμαριές, οι μυρτιές και οι δάφνες κάνοντας το πιο ακριβό εσάνς που θα μπορούσαν να κάνουν οι ειδικοί στην αρωματοποιία Φράγκοι;
Μήπως είναι οι φωνές και τα παραγγέλματα στο Κάστρο, στα Αρχαία Ύπανα, το βορειότερο φυλάκιο του πάνσοφου Νέστορα; Μήπως οι φωνές από προγόνους μας που κατοί-κισαν τα άγια τούτα μέρη και αντίκρισαν τα μάτια τους τόσους και τόσους να έρχονται και να φεύγουν φθάνοντας μέχρι τις μέρες μας. 
Πόσοι αλήθεια πέρασαν, Κάυκωνες, Πελασγοί, Ίωνες, Αχαιοί, Μίνυες, Δωριείς, Ηλείοι, Ρωμαίοι, Σλάβοι, Φράγκοι, Βενετοί ,Τούρκοι, Γερμανοί όλοι πήραν κάτι και πιθανώς να άφησαν και κάτι όμως τόσο ο τόπος όσο και οι άνθρωποι αντιστέκονται σθεναρά και δεν αλλοτριώθηκαν, έμειναν ίδιοι απλοί και ζεστοί, αυθόρμητοι και φιλόξενοι.
Το ερώτημα παραμένει αναπάντητο και η αγωνία σε κυριεύει.
 Όλα μαζί σε φωνάζουν και θαρρείς πως θα τρελαθείς το τι θα πρωτοδιαλέξεις και συνάμα αγαλλιάζεις από την ανείπωτη ηρεμία, συναισθήματα και οράματα αναμιγνύονται και ταυτόχρονα συγκρούονται και σε κάνουν σοφότερο και ταπεινό συνάμα. Χρέος στη μάνα γη των γόνιμων χωμάτων και της γλυκιάς φύσης που επιδρούν στην ψυχή σου και στο σώμα σου, ακόμα και στους πιο κρυφού σου λογισμούς σαν μουσική.
Άγια, ευλογημένα χώματα.
Από όπου και αν κοιτάξεις μια γνώριμη φιγούρα ενός κτιρίου ξεπροβάλει και σε συνεπαίρνει η μαγεία του. Είναι το μοναστήρι της Παναγίας της Ίσοβας. Ορθώνεται περήφανο ανάμεσα σε πλατάνια, ελιές, ξινά και με μια μυστηριώδη γοητείασε ταξιδεύει πίσω στα μέσα του 13ου αιώνα που μεσουρανούσε, με πλήθος Φραγκοκαλόγερους και ακόμα περισσότερους σιδερόφραχτους ιππότες που με τις γυαλιστερές τους πανοπλίες και τα περήφανα τους άτια, διασταύρωση των δικών τους με τα καρτερούν να προσκυνήσουν. Χτίστηκε από τους Κιστερκιανούς μοναχούς του Κλαιρβώ, οι οποίοι κατάφθάνοντας στην Ίσοβα (μετέπειτα Μπιτζιμπάρδι)  ενθουσιάστηκαν από το τοπίο, τους έφερε στην μνήμη το τοπίο της πατρίδας τους, με τα πλούσια κρυστάλλινα νερά, το απαλό τοπίο με την έντονη οσμή της ρίγανης και της θρούμπας και ονειρευτήκαν ένα Αβαείο που παρόμοιο δεν θα υπάρχει στην Ανατολή, κέντρο του Καθολικισμού και ορμητήριο του δόγματος. Εις μάτην, μόνο λίγα χρόνια κράτησε η δόξα της μονής και Τούρκοι μισθοφόροι το έκαψαν, το ρήμαξαν και έμεινε το κουφάρι του να μας θυμίζει μέρες ακμής, δοξασμένες και χιλιοειπωμένες μέσα από το περίφημο Χρονικό του Μορέως. Στέκεται εκεί για αιώνες πλημμυρισμένο στο φως. Κάθε στιγμή, ενώ μένει το ίδιο, αλλάζει ανάλαφρα, ανανεώνεται δε σε κουράζει. Είναι το Παλάτι μας, είναι η εικόνα όλης της ζωής μας η οποία πρώτη περνά μπροστά από τα μάτια μας όπου και αν είμαστε και θυμόμαστε τον τόπο μας.
περίφημα από την αρχαιότητα της Ανδραβίδας, να
Αρχαία  Ύπανα, Ίσοβα, Μπιτζιμπάρδι, όποια ονομασία και αν διαλέξεις η ουσία δεν αλλάζει είναι ο ίδιος αγαπημένος προορισμός για τον νου και το σώμα, αυτός είναι ο τόπος μας, είναι το Χωριό μας.